Κοινωνική Πραξεολογία

Ανθρωπολογία, Κοινωνιολογία, Φιλοσοφία, Πολιτική

Archive for Φεβρουαρίου 2008

Η εφαρμογή της Θεωρίας της Πρακτικής σε τρία ελληνικά Εθνογραφικά παραδείγματα: Νάξος, Κάρπαθος, Ροδόπη

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 28, 2008

1. Εισαγωγή

Αφετηρία και πεδίο ανάπτυξης αυτής της εργασίας αποτελούν τρία παραδείγματα ανθρωπολογικών, εθνογραφικών κειμένων που εστιάζουν σε διαφορετικές κοινωνίες του ελλαδικού χώρου τις οποίες και συλλαμβάνουν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ωστόσο συνέχονται τόσο θεματικά όσο και μεθοδολογικά. Κοινή θεματική αποτελεί η μελέτη της συνάφειας μεταξύ οικονομικής οργάνωσης, κοινωνικής δομής, συμβολικών αναπαραστάσεων και κοινωνικών πρακτικών, με κύρια αναφορά τις συγγενικές σχέσεις και τις λειτουργίες που επιτελούν. Για την αναλυτική προσέγγιση του αντικειμένου τους χρησιμοποιούν τις θεωρητικές κατηγορίες της λεγόμενης πραξιακής θεώρησης, κυριότερος εκπρόσωπος της οποίας θεωρείται ο Pierre Bourdieu.

2.1. Θεωρητικό Πλαίσιο

Η ιδιαίτερα γόνιμη για την ανθρωπολογική θεωρία μελέτη της διαπλοκής κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων, έχει υπάρξει αντικείμενο διαφόρων πειθαρχιών και προσεγγίσεων που μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο γενικές κατηγορίες. Η πρώτη[1], στηριζόμενη σε νομικά, δικαιακά έγγραφα και δημογραφικά δεδομένα και στη βάση μιας θετικιστικής ιστορικής προοπτικής, επικεντρώθηκε στον εντοπισμό και τη μελέτη των τρόπων μεταβίβασης των μέσων παραγωγής (των αγροτικών κλήρων) σε συνάρτηση με τους καταγεγραμμένους στην Ευρώπη τύπους οικογενειακού σχηματισμού. Παράλληλα προσπάθησε να εντάξει τα πορίσματά της σε ένα σχήμα ιστορικής μετάβασης από την μεσαιωνική φεουδαρχική οργάνωση στον βιομηχανικό καπιταλισμό και τη νεωτερική, αυξημένα διαφοροποιημένη κοινωνία. Η δεύτερη κατηγορία προσεγγίσεων, η ανθρωπολογική, αντλώντας από τα εθνογραφικά δεδομένα μη ευρωπαϊκών κοινωνιών στράφηκε στη μελέτη των τρόπων ανταλλαγής αντικειμένων, υπηρεσιών, συμβόλων και προσώπων, ως μέσο και διαδικασία συγκρότησης κοινωνικών ομάδων και σύναψης κοινωνικών (συγγενικών) σχέσεων.

Το ενδιαφέρον των ανθρωπολογικών θεωριών εξ αρχής απασχόλησαν οι όροι της κοινωνικής ανταλλαγής, οι αρχές που διέπουν αυτή τη διαδικασία κοινωνικών διαδράσεων και καθορίζουν τη μορφή, το περιεχόμενο και τα χαρακτηριστικά τους. Συνεπώς, η έρευνα στράφηκε στον εντοπισμό των αρχών, των αιτίων, της πηγής της αναδυόμενης κανονικότητας των ατομικών και συλλογικών δράσεων και της βάσης επικαθορισμού της κοινωνικής συμπεριφοράς. Η λειτουργιστική συγχρονική προσέγγιση του Malinowski επεσήμανε τη διαπλοκή οικονομικών λειτουργιών, θρησκευτικών πεποιθήσεων και τελετουργιών στα συμφραζόμενα των οποίων θα πρέπει να μελετηθεί η ανταλλαγή και εντόπισε τις αρχές της στην ψυχολογική έμφυτη τάση των ανθρώπων να συνάπτουν κοινωνικούς δεσμούς μέσω της αμοιβαίας ανταλλαγής δώρων, αποκλείοντας, έτσι, την ύπαρξη εκμεταλλευτικών σχέσεων. Η αντίληψη της συγκρότησης του κοινωνικού ιστού στη βάση των διαδικασιών ανταλλαγής μεταξύ ατόμων και κοινωνικών ομάδων και της ακόλουθης σημασίας της για την κοινωνική συνοχή απηχείται έντονα στο έργο του Mauss, ο οποίος αναλύοντας τις μορφές ανταλλαγής αναζήτησε ένα θεμελιώδη ηθικό κώδικα συμπεριφοράς, μια βασική ηθική στην οποία να συναιρούνται το αυτοπροαίρετο και η υποχρέωση, η γενναιοδωρία, το συλλογικό και το ατομικό συμφέρον. Η δομιστική θεωρία ανήγαγε τη δομή των ανταλλαγών στις ασύνειδες δομές της σκέψης, ενώ ο δομολειτουργισμός υποκατέστησε τον πολιτισμικό με τον κοινωνικό επικαθορισμό του περιεχομένου και των γνωρισμάτων των διαφόρων τύπων κοινωνικών σχέσεων στη βάση μιας αντιστοιχίας κοινωνικής δομής και οργάνωσης, συνάγοντας από αυτή τους γενικούς κανόνες συμπεριφοράς. Η βιολογική αναγωγή των κανόνων συμπεριφοράς που διέπουν τη συγγένεια στην πρωταρχική σχέση μητέρας-παιδιού, στην οποία θεμελιώνεται η καθολικότητα και η απόλυτη δεσμευτικότητά τους, όρισε ένα σύστημα αντιθετικών διπόλων, οικιακού/δημοσίου χώρου, φύσης/πολιτισμού, γυναίκας/άνδρα, ηθικών αξιών/συμφέροντος, συγγενικών σχέσεων/σχέσεων ανταλλαγής. Η σύνδεση της συγγένειας με τη φύση, τον οικιακό χώρο, τους ηθικούς κανόνες και την παραίτηση από το ατομικό συμφέρον, συνέβαλε στην παραγνώριση μερικών καίριων όψεων των συγγενικών και οικιακών σχέσεων, όπως των εντάσεων μεταξύ ατόμου και οικογένειας, της διαπραγμάτευσης των πρακτικών υποχρεώσεων των συγγενικών δεσμών, και των ατομικών και οικογενειακών στρατηγικών διαχείρισης των διαθέσιμων υλικών και συμβολικών πόρων[2]. Οι πολιτισμικές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις, αντίθετα, μετέθεσαν το πεδίο της ανθρωπολογικής ανάλυσης από τις εμπειρικά παρατηρήσιμες συμπεριφορές και δράσεις στα συμβολικά πρότυπα στη βάση των οποίων αυτές οργανώνονται και σημασιοδοτούνται, στην υποκειμενική κατασκευή της πραγματικότητας. Ως θεμέλιο και πηγή της δράσης θεωρείται, δηλαδή, ένα δημόσιο, κοινωνικά καθιερωμένο και συνεκτικό σύστημα σημασιών ως πλαίσιο κοινών ερμηνειών[3].

Οι ανωτέρω προσεγγίσεις, ωστόσο, δέχθηκαν ισχυρή κριτική από την δεκαετία του 1970 κι έπειτα από τις θεωρίες του φεμινισμού και της πολιτικής οικονομίας. Γενικό επιχείρημά των πολιτικών οικονομολόγων ήταν πως ο πολιτισμός διαμορφώνεται κάθε φορά στα πλαίσια σχέσεων άνισης, συνεπώς και ελεγχόμενης, πρόσβασης σε υλικούς και κοινωνικούς πόρους, που προσδιορίζει και μια διαφορική κατανομή της εξουσίας, της ισχύος επιβολής μιας εικόνας του κόσμου ως κυρίαρχης και πρωτεύουσας έναντι εναλλακτικών εκδοχών, για την οργάνωση των αντιλήψεων, των πρακτικών και των ίδιων των κοινωνικών σχέσεων[4]. Επομένως, η ετεροποίηση και εξατομίκευση του πολιτισμού και η θεώρησή του ως συνεκτικού, αφομοιωμένου-κοινού, συναινετικού, στατικού και οριοθετημένου κοινωνικά, συντελεί στην απόκρυψη των άνισων σχέσεων στα πλαίσια των οποίων συγκροτήθηκε, της ανταπόκρισής του σε ορισμένα διαφοροποιημένα συμφέροντα συγκεκριμένων πολιτικών και κοινωνικών ομάδων, της μεταβλητότητας, της εσωτερικής ανομοιογένειάς του, καθώς και της λειτουργίας του στην αναπαραγωγή των ασύμμετρων αυτών σχέσεων. Αφετέρου, στα πλαίσια τόσο ενός θετικού όσο και ενός αρνητικού διαλόγου των φεμινιστριών θεωρητικών με την μαρξιστική προσέγγιση, επισημάνθηκε η κεντρικότητα του φύλου ως διάσταση της υποκειμενικής ταυτότητας αλλά και ως κατηγορία οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων, της πολιτικής και οικονομικής ζωής καθώς και του συστήματος αναπαραστάσεων. Όπως και στην περίπτωση της ιδεολογικής ηγεμονίας, η απόκρυψη της έμφυλης διάστασης των αντιλήψεων, των πρακτικών, των συμβολικών αναπαραστάσεων και των θεσμών που δημιουργούν, αποτελεί συνθήκη της διατήρησης και αναπαραγωγής τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Οι έννοιες της Τάξης, της Εμπειρίας και του Πολιτισμού στην Ιστοριογραφία και η συγκρότηση της εργατικής τάξης στη Γαλλία

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 25, 2008

1. Εισαγωγή

Ο ταξικός σχηματισμός, δηλαδή η διαδικασία, οι συνθήκες-προϋποθέσεις, οι διαμορφωτικοί παράγοντες και οι μορφές της συγκρότησης των κοινωνικών τάξεων, ως ιδιαίτερης μορφής κοινωνικών ομαδοποιήσεων, αποτελεί ένα από τα κυριότερα θέματα και ανοιχτά προβλήματα της ιστοριογραφίας, της κοινωνικής θεωρίας και της πολιτικής και οικονομικής επιστήμης της νεώτερης εποχής. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός πως το φαινόμενο της ανάδυσης κοινωνικών τάξεων, συνεπώς και η εξήγηση και ερμηνεία του, εμπλέκει και αφορά καίριας σημασίας ιστορικά γεγονότα και διεργασίες, μεγάλης και μικρής ταυτόχρονα κλίμακας, για τη διαμόρφωση της νεώτερης και της σύγχρονης εποχής, όπως η Βιομηχανική Επανάσταση, η διάσπαση των παλαιών μοναρχιών, η Γαλλική Επανάσταση, η δημιουργία του Έθνους-Κράτους. Σημαντικό παράγοντα για τη διατήρηση στο προσκήνιο της ιστοριογραφικής και θεωρητικής συζήτησης του θέματος του ταξικού σχηματισμού συνιστά επίσης το γεγονός πως ένας ταξικός λόγος ή ένας λόγος για τη τάξη συνεχίζει σήμερα να πληροφορεί τον πολιτικό διάλογο, την συνδικαλιστική οργάνωση, τη κοινωνική διάδραση, την σκέψη και τις πρακτικές πολλών ανθρώπων τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις αναπτυσσόμενες ή υπανάπτυκτες χώρες στα πλαίσια ενός οικονομικά, πολιτικά, επικοινωνιακά και πολιτισμικά παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος. Ακόμη, ιδιαίτερα σημαντική συμβολή στη δυναμική της συζήτησης για τη τάξη, πέραν του ιστορικού-θεωρητικού ενδιαφέροντος, της σημασίας και των επιπτώσεων του λόγου για την τάξη στις σύγχρονες διεργασίες και εξελίξεις, έχουν προσδώσει οι θεωρητικές και επιστημολογικές ανακατατάξεις στο εσωτερικό των ιστορικών, πολιτικών-οικονομικών, κοινωνιολογικών και ανθρωπολογικών πειθαρχιών, οι οποίες έχουν προκύψει στα πλαίσια των ερευνών τους σε παρελθοντικό και συγχρονικό επίπεδο σε συνάφεια με τα δεδομένα που θέτουν οι δύο προηγούμενες κατευθύνσεις στη συζήτηση αυτή, αλλά και στα πλαίσια ενός διευρυνόμενου διαλόγου, θετικού και αρνητικού μεταξύ αυτών των πειθαρχιών. Στην Ιστορία η κοινωνιολογική προσέγγιση υποχώρησε σταδιακά καθώς η έρευνα κινήθηκε προς τις νέες κατευθύνσεις της πολιτικής και του πολιτισμού, στην Κοινωνιολογία σημειώθηκε μια μετατόπιση από στατικές-λειτουργιστικές σε ιστορικές και πολιτισμικές προσεγγίσεις, ομοίως και στην Πολιτική Οικονομία, ενώ στην Ανθρωπολογία αναδείχθηκαν οι διαστάσεις της ιστορικότητας της κοινωνίας και του πολιτισμού και των πολιτικών, συμβολικών σχέσεων ισχύος[1]. Καθοριστική σε όλο το εύρος των κοινωνικών επιστημών ήταν η κριτική επίδραση της φεμινιστικής θεωρίας και της μεταδομιστικής προσέγγισης που ανασύνταξαν τις καθιερωμένες επιστημολογικές αντιλήψεις (ή επικλήσεις) περί αντικειμενικότητας και ενιαίου ανθρώπινου υποκειμένου.

Η επιστημονική αναζήτηση για γενικές προτάσεις, νομοτέλειες και επιδραστικούς παράγοντες έχει αναδείξει τρία κεντρικά πεδία εντάσεων που διατρέχουν το πεδίο της θεωρίας των κοινωνικών επιστημών: συνέχεια / αλλαγή, περιορισμός / αυτονομία, υλισμός / ιδεαλισμός. Βασικό πρόβλημα έχει αποτελέσει η εξήγηση της ταυτόχρονης αλλαγής και συνέχειας της ανθρώπινης κοινωνίας, της ανθεκτικότητας των δομών στα πλαίσια της ρευστής καθημερινής πρακτικής, δραστηριότητας και αλληλεπίδρασης, ο εντοπισμός των δυνάμεων αδράνειας και μετασχηματισμού των κοινωνικών και πολιτισμικών μορφών. Αυτή η συζήτηση εκφέρεται με όρους ντετερμινισμού / αυτονομίας, δομής / δράσης, ορθολογικότητας / πολιτισμού και συνδέεται στενά με το ζήτημα των σχέσεων εξουσίας που δομούν και επενεργούν εντός της κοινωνικής διαδικασίας καθορίζοντας τόσο την διατήρηση όσο και τον μετασχηματισμό των κοινωνικών δομών. Τέλος, έρχεται στο προσκήνιο η διαμάχη μεταξύ των υλιστικών και ιδεαλιστικών φιλοσοφικών παραδόσεων ως προς το ποιόν της υποκείμενης δύναμης που ορίζει τη γένεση, την αναπαραγωγή, την αλλαγή, τη μορφή και τα γνωρίσματα της κοινωνίας και του πολιτισμού: είναι οι γνωστικές μορφές της νόησης, η ανθρώπινη επιθυμία και βούληση ή η υλική πραγματικότητα, οι οικονομικές σχέσεις που ορίζουν τη παραγωγή, προμήθεια και κατανάλωση υλικών, κοινωνικών αγαθών;

Οι όροι της τάξης, της εμπειρίας και του πολιτισμού συμπυκνώνουν τους άνωθεν προβληματισμούς και οι τρόποι εννοιολόγησης και συσχέτισής τους αντανακλούν την πορεία από την Κοινωνική στη Νέα Κοινωνική Ιστορία και στη Πολιτισμική Ιστορία και προσδιορίζουν τις ερωτήσεις και τις αντίστοιχες απαντήσεις που κάθε προσέγγιση έθεσε και έδωσε στο πρόβλημα του ταξικού σχηματισμού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

C.H.Kahn – Plato and the Socratic Dialogue

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 24, 2008

C.H.Kahn, Plato and the Socratic Dialogue: the philosophical use of a literary form, Cambridge University Press, Cambridge 1999.

kahn-plato-and-the-socratic-dialogue.jpg

Για τον φιλοσοφικά πεπαιδευμένο το περιεχόμενο και η ανάλυση του βιβλίου καθαυτά δεν παρέχουν ιδιαίτερες δυσκολίες, για τους ερευνητές της αρχαίας φιλοσοφίας και εν προκειμένω του Πλάτωνα, ωστόσο, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς πραγματεύεται λεπτομερώς ζητήματα που έχουν αναδειχθεί από τη σύγχρονη μελέτη του Πλάτωνα στην, αγγλοσαξονική κυρίως, φιλοσοφική γραμματεία των τελευταίων 50-60 χρόνων, που χαρακτηρίζεται από τη γόνιμη συνεργασία και προσέγγιση κλασικών φιλολόγων και φιλοσόφων…

…το βιβλίο είναι πυκνογραμμένο και συγκροτεί μια ιδιαίτερα πολύπλοκη και συνεκτική εσωτερική δομή στην εξηγητική και ερμηνευτική προσέγγιση της μορφής και του περιεχομένου των πλατωνικών διαλόγων…της διαπλοκής της φιλοσοφικής θεματικής και της μεθόδου, και της διαλεκτικής ανάπτυξης και διασύνδεσής τους τόσο σε επιμέρους όσο και καθολικό, διαλογικό επίπεδο…αυτού του είδους η ανάλυση θέτει ως κριτήριο κατανόησης την πολύ καλή γνώση του ίδιου του αρχαίου κειμένου από μεριάς του αναγνώστη…
…η πραγμάτευση στοιχειοθετεί την λεγόμενη “προληπτική” έκθεση των πλατωνικών φιλοσοφικών σκέψεων και θέσεων…η προτεινόμενη ερμηνευτική γραμμή αυτο-περιορίζεται στους πρώϊμους και μέσους διαλόγους…

…τόσο η προσέγγιση αυτή όσο και η ανάλυση έχει κριθεί “αμφισβητήσιμη” από μια ικανή μερίδα μελετητών της αρχαίας φιλοσοφίας, κυρίως γιατί ο συγγραφέας τείνει να θέτει σε δεύτερη μοίρα κάποιες ιστορικές μαρτυρίες περί της πλατωνικής φιλοσοφίας, όπως αυτές απαντούν στον Αριστοτέλη κυρίως και σε σύγχρονους ή λίγο μεταγενέστερους στοχαστές και φιλοσόφους (αποφεύγει, έτσι όμως, κι έναν ανυποψίαστο αναγωγισμό ή αναχρονισμό, καθώς προβληματοποιεί τις θέσεις των μεταγενέστερων, χωρίς να αναγνωρίζει κάποια αυτονόητη ορθή απόδοση των πλατωνικών θέσεων), αλλά και επειδή σε επιμέρους σημεία φαίνεται πρόθυμος να διατηρήσει ένα συμπέρασμα αν και ρητά αναγνωρίζει ότι υφίστανται αρκετά κειμενικά στοιχεία που παρέχουν δυσκολίες ή συνθέτουν αντιθέσεις προς το τελικό του συμπέρασμα ή τις συλλογιστικές ή αναλυτικές προκείμενές του, και κατά τη γνώμη του γράφοντος, ακόμη κι όταν στους ίδιους διαλόγους μπορούν να βρεθούν υποστηρικτικά της άποψής του δεδομένα, τα οποία φαίνεται ο συγγραφέας να μην αναγνωρίζει ως τέτοια ή να τα αγνοεί…

Ο Kahn είναι μεταξύ αυτών που υποστηρίζουν αλλά και αποδεικνύουν με τα έργα τους ότι οι διαθέσιμες κριτικές προσεγγίσεις του πλατωνικού έργου δεν έχουν εξαντλήσει τις δυνατές ερμηνείες και υπάρχουν πολλά στοιχεία που δεν έχουν φιλοσοφικά – ερμηνευτικά αξιολογηθεί και αξιοποιηθεί προς την ανάδειξη της πλούσιας και πολυεπίπεδης πλατωνικής φιλοσοφίας.

Όσοι σχημάτισαν από τα παραπάνω την εντύπωση ότι το έργο πάσχει ως προς την μεθοδική και συνεπή πραγμάτευση ή την αξιοπιστία του, η ανάγνωσή του θα την διασκεδάσει απολύτως, καθώς πρόκειται για μια μελέτη με εξαιρετική ερμηνευτική μεθοδική δύναμη, που όχι μόνο επιτυγχάνει να αναδείξει άγνωστες ή υποτιμημένες πτυχές του πλατωνικού έργου και να τις εξετάσει επισταμένα, αλλά και να τις συγκεράσει σε μια ιδιαίτερα ευφυή και δομικά πολύπλοκη ερμηνεία, όσο και να παράσχει νέες φιλοσοφικά πληρέστερες λύσεις σε αναγνωρισμένα από τους μελετητές ζητήματα της πλατωνικής φιλοσοφίας…

Προσωπικά αν και εντόπισα αρκετά σημεία διαφωνίας με τον συγγραφέα κυρίως στην πραγμάτευση επιμέρους διαλόγων, το έργο αυτό αποτελεί ένα από τα καλύτερα μεμονωμένα φιλοσοφικά βιβλία για τον Πλάτωνα που έχουν πέσει στα χέρια μου…

…Εξαιρετικό ανάγνωσμα, κυρίως για αναγνώστες εξοικειωμένους με τη πλατωνική φιλοσοφία, δηλαδή με τους πλατωνικούς διαλόγους.

Posted in Βιβλία | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Δομολειτουργισμός και Radcliffe-Brown: Θεωρία και εφαρμογή

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 23, 2008

1. Εισαγωγή – Θεωρητικό Πλαίσιο

Η επιστήμη της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας μπορεί μερικώς να ενταχθεί σε μια παράδοση του φαινομεναλισμού, τη φιλοσοφική θεώρηση που προσπάθησε να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον ιδεαλισμό, εισάγοντας την έννοια του «φαινομένου», αυτό που τα υποκείμενα αντιλαμβάνονται όπως το αντιλαμβάνονται διαμέσου των γνωστικών δυνατοτήτων τους[1], ως αντικείμενο της επιστημονικής γνώσης, σε συνδυασμό με την άποψη ότι τα πράγματα ή οι καταστάσεις τις οποίες γνωρίζουν ως φαινόμενα υπάρχουν πραγματικά, ανεξάρτητα από τα γιγνώσκοντα υποκείμενα. Συνεπώς η Κοινωνική Ανθρωπολογία είναι μια επιστήμη εμπειρική, που θέτει ως πηγή της γνώσης την εμπειρία και την εμπειρική πραγματικότητα και οι προτάσεις της οποίας πρέπει να είναι σαφώς προσδιορισμένες ως προς την αναφορά τους στην πραγματικότητα αυτή. Εξίσου, όμως, είναι μια επιστήμη θεωρητική στο βαθμό που συγκροτεί ένα σύστημα αναλυτικών εννοιών και προτάσεων για τη λογική ανάλυση του εμπειρικού υλικού, στη βάση των οποίων συστήνεται το θεωρητικό οικοδόμημα των διασυνδεδεμένων γενικών προτάσεων.

Πεδίο εφαρμογής της θεωρίας κατά τον Radcliffe-Brown, είναι η διαδικασία της κοινωνικής ζωής, που βρίσκει έκφραση στην «αχανή πολλαπλότητα δράσεων και διαδράσεων μεταξύ ατόμων ή μεταξύ ομάδων, ατόμων σε συνεργασία»[2]. Αποτελεί αξιωματική θέση του δομολειτουργισμού πως το κοινωνικό γίγνεσθαι διέπεται από τάξη, η οποία μπορεί να περιγραφεί και να αναλυθεί. Αναζητούνται, επομένως, κανονικότητες στη ρευστή φαινομενική πραγματικότητα, που θα επιτρέψουν να «χαρτογραφηθεί» η κοινωνική ζωή. Εργαλείο στο έργο αυτό της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, που κατά την αντίληψη του Radcliffe-Brown αποτελεί κλάδο της Συγκριτικής, Θεωρητικής Κοινωνιολογίας, αποτελεί μια τυπολογική μέθοδος που στηρίζεται στη παρατήρηση, περιγραφή-ανάλυση, σύγκριση και ταξινόμηση των κοινωνικών φαινομένων, και στόχος της οποίας είναι η διατύπωση γενικών προτάσεων.

Ήδη από το πρώτο στάδιο της παρατήρησης επενεργεί μια διαδικασία αφαίρεσης, κατά την οποία απομονώνονται τα συσχετικά χαρακτηριστικά από το σύνολο των συμπεριφορών και δράσεων μεταξύ των ατόμων. Αυτή αφαίρεση συνιστά ταυτόχρονα κι έναν προσδιορισμό αυτών των «αμοιβαίων τρόπων δράσης»[3] ως σχέσεων. Κάθε σχέση, δηλωτική πρωτίστως μιας διασύνδεσης μεταξύ ατόμων, αποτελεί η ίδια μια κανονικότητα, ένα δομικό στοιχείο ή μια στοιχειακή δομική μονάδα της πραγματικότητας που διευθετεί, διατάσσει τα άτομα εντός της κοινωνικής ζωής και σε αναφορά προς την οποία είναι δυνατόν να οριστούν άλλα επιμέρους στοιχεία της πραγματικότητας αυτής. Ωστόσο, προκειμένου μια τέτοια σχέση να αποτελέσει ένα σταθερό σημείο αναφοράς, θα πρέπει να διαφοροποιηθεί από τις τυχαίες συζεύξεις ατόμων. Συνεπώς, μέρος της παρατήρησης και περιγραφής αποτελεί κι η αναζήτηση και καταγραφή των επαναλαμβανόμενων συμπεριφορών, ακολουθιών πράξεων μεταξύ ανθρώπων σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, που συνθέτουν την συγκυρία εμφάνισής τους[4] ∙ οι σχέσεις, λοιπόν, θα πρέπει να επιδεικνύουν ένα σταθερό[5] και συνεπή χαρακτήρα[6].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Πολιτική Ισότητα και Οικονομική Ανισότητα στην Κλασική Αθήνα

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 23, 2008

Η ιδέα της ισότητας, όπως είχε μορφοποιηθεί στη κοσμολογία των Ιώνων φιλοσόφων σε σχέση με την έννοια της τάξης και του κόσμου, καθώς και στα μαθηματικά ως μια ιδιαίτερη σχέση ισοδυναμίας, συνεπάγεται μια αναφορικότητα, μια σχέση των ίσων μερών ως προς κάτι, αλλά και την ένταξή τους εντός του αυτού συνόλου βάσει μιας κοινής ιδιότητας. Όπως στο συμμετρικό σύμπαν του Αναξίμανδρου οι πλανήτες κατέχουν ισοδύναμη θέση ως προς την ίση απόστασή τους από το κέντρο που είναι η γη και βάσει της κοινής τους ιδιότητας ως πλανητών, έτσι και στο σύμπαν της κλασικής αθηναϊκής δημοκρατίας οι πολίτες που μετέχουν στο πολιτειακό αυτό σύνολο είναι ίσοι μεταξύ τους βάσει της κοινής τους αυτής ιδιότητας και ως προς το αναφορικό αντικείμενο που εγκαθιδρύει την σχέση ισοδυναμίας τους που είναι οι νόμοι, οι θεσμοί της πόλης και τα δικαστικά και πολιτικά όργανά της.

Θα ήταν ωστόσο λανθασμένη μια προσέγγιση του κοινωνικού και πολιτειακού μορφώματος της κλασικής Αθήνας με εφαλτήριο τις σταθερές εννοιακές κατηγοριοποιήσεις της φιλοσοφίας, των μαθηματικών ή της γεωμετρίας. Για να καταστεί δυνατή η προσέγγιση και η ερμηνεία της λειτουργίας της αρχαίας πόλης θα πρέπει να ειδωθεί στο πλαίσιο που ορίζουν τα ιστορικά συμφραζόμενα και οι εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στο παρόν της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Η Αθήνα είναι μια ιδιαίτερα σύνθετη και εσωτερικά διαφοροποιημένη κοινωνία ∙ η δομή της παρέχει εξαρχής μια σειρά διαμεσολαβήσεων στα κρίσιμα ζητήματα της ισονομίας, και της πολιτικής ισότητας. Το αθηναϊκό κοινωνικό σύστημα αποτελείται από τρία μεγάλα και σαφώς διακριτά μεταξύ τους σώματα: τους πολίτες, τους μετοίκους (και τους απελεύθερους) και τους δούλους. Η ποσοτική αναλογία των τάξεων αυτών είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική για τον τρόπο οργάνωσης της αθηναϊκής κοινωνίας. Σύμφωνα με τις απογραφές, το σώμα των πολιτών αριθμούσε 21-40.000 μέλη, των μετοίκων 10.000, ενώ εκείνο των δούλων 60-100.000 μέλη στη χρονική περίοδο της κλασικής αθηναϊκής δημοκρατίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Claude Levi-Strauss και Ανθρωπολογία της Συγγένειας

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 23, 2008

Η μεγάλη συμβολή του Claude Levi-Strauss στις κοινωνικές επιστήμες έγκειται στην εισαγωγή του επιστημονικού παραδείγματος της Δομικής Γλωσσολογίας, στη μεταφορά και εφαρμογή των αρχών, της μεθόδου και των πορισμάτων της στις κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές έρευνες, ιδρύοντας τον κλάδο της Δομικής Ανθρωπολογίας. Κεντρική θέση στο θεωρητικό οικοδόμημα του Levi-Strauss κατέχει η δυαδική αντίστιξη ως καθολική ταξινομική και οργανωτική αρχή της ανθρώπινης σκέψης σε ασυνείδητο επίπεδο. Τόσο η γλώσσα, όσο και το σύνολο του πολιτισμού ως απόρροια της ανθρώπινης πρακτικής που θεμελιώνεται στην επικοινωνία, φέρουν τα σημάδια αυτής της στοιχειώδους ασυνείδητης νοητικής αρχής, που λαμβάνει λειτουργική προτεραιότητα έναντι της ενσυνείδητης σκέψης και πράξης. Κάθε εκδήλωσή της, συνεπώς, έχει μια λανθάνουσα δομή, μια συστηματική συγκρότηση, που για να γίνει κατανοητή θα πρέπει να ανατρέξει κανείς στην πρωτεύουσα λειτουργική αρχή του δυαδισμού.

Η δομιστική μέθοδος, όπως την όρισε ο Trubetzkoy (για την φωνολογία), συνίσταται σε τέσσερις βασικές διεργασίες: α) μετατόπιση από τη μελέτη των ενσυνείδητων γλωσσικών φαινομένων στη μελέτη της ασυνείδητης δομής τους, β) βάση της ανάλυσής είναι οι σχέσεις μεταξύ των όρων, γ) εισάγει την έννοια του συστήματος και δ) αποβλέπει στην ανακάλυψη γενικών νόμων είτε μέσω επαγωγής είτε μέσω της λογικής παραγωγής, που μπορεί να δώσει (η τελευταία) έναν καθολικό και αναγκαίο χαρακτήρα στις σχέσεις που συνάγονται. Βασικές μεθοδολογικές αρχές που μοιράζεται, λοιπόν, η γλωσσολογία με την ανθρωπολογία είναι εκείνη του συστήματος, της ολότητας και της συγχρονίας.

Η σύνδεση της γλωσσολογικής-φωνολογικής ανάλυσης με τη κοινωνιολογική-ανθρωπολογική ανάλυση και η συνεργασία και σύνθεση των δύο αυτών επιστημών καθίσταται επιστημολογικά αναγκαία λόγω της διττής φύσης των φαινομένων που μελετώνται. Αφενός, υπάρχουν οι γλωσσικοί όροι κι αφετέρου η ανθρώπινη δράση, πρακτική, συμπεριφορά. Αυτές οι δύο τάξεις της πραγματικότητας θα πρέπει να μελετηθούν στη μεταξύ τους συνάφεια, τροφοδοτώντας η μία την άλλη με δεδομένα και επιμέρους πορίσματα και να ελεγχθούν αμφότερα ως προς τις γενικές συνέπειες που μπορεί να έχουν, ώστε να συναχθούν έγκυρα συμπεράσματα. Η γλωσσολογική ανάλυση των συγγενικών όρων μπορεί να καταδείξει σχέσεις μεταξύ όρων που δεν είναι άμεσα εμφανείς (στον ανθρωπολόγο), ενώ η ανθρωπολογική παρατήρηση μπορεί να καταδείξει έθιμα, απαγορεύσεις και νόρμες που θα βοηθήσουν τον γλωσσολόγο να κατανοήσει τη σταθερότητα ή την αστάθεια των όρων ή ομάδων όρων και των χαρακτηριστικών τους και να επαληθεύσει την εγκυρότητα της ετυμολογίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Η Θεωρία της Πρακτικής του Pierre Bourdieu

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 23, 2008

1. Εισαγωγή

Η σύγχρονη ανθρωπολογική θεωρία έχει σε μεγάλο βαθμό διαμορφωθεί στα πλαίσια ενός αρνητικού διαλόγου με τις προσεγγίσεις που αναπτύχθηκαν κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, και ενός διττού, κριτικού και θετικού-δημιουργικού ταυτόχρονα διαλόγου με τις ανθρωπολογικές θεωρήσεις που ακολούθησαν μετά τη δεκαετία του 1960. Ιδιαίτερα η μεσολάβηση των φεμινιστικών, δομιστικών-μαρξιστικών και θεωριών πολιτικής οικονομίας στο παγκοσμιοποιημένο κοινωνικό περιβάλλον μετατόπισε τη κεντρική θεματική της ανθρωπολογικής πειθαρχίας και ανέδειξε (ή/και επανέφερε) νέες προσεγγίσεις σε βασικά ζητήματα, κυρίως εισάγοντας τις διαστάσεις της ιστορικότητας της κοινωνίας και του πολιτισμού και των πολιτικών, συμβολικών σχέσεων ισχύος[1]. Στα συμφραζόμενα αυτά η συζήτηση αναπτύχθηκε γύρω από τρία κεντρικά πεδία εντάσεων που διατρέχουν τη κοινωνιολογική και ανθρωπολογική θεωρία: συνέχεια / αλλαγή, περιορισμός / αυτονομία, υλισμός / ιδεαλισμός.

Βασικό πρόβλημα για τις κοινωνικές επιστήμες έχει αποτελέσει η εξήγηση της ταυτόχρονης αλλαγής και συνέχειας της ανθρώπινης κοινωνίας, της ανθεκτικότητας των κοινωνικών δομών στα πλαίσια της ρευστής καθημερινής πρακτικής, δραστηριότητας και αλληλεπίδρασης, ο εντοπισμός των δυνάμεων αδράνειας και μετασχηματισμού των κοινωνικών και πολιτισμικών μορφών. Αυτή η συζήτηση εκφέρεται με όρους περιορισμού-ντετερμινισμού / αυτονομίας, δομής / δράσης, πολιτισμού / ορθολογικότητας και συνδέεται στενά με το ζήτημα των σχέσεων εξουσίας που δομούν και επενεργούν εντός της κοινωνικής διαδικασίας καθορίζοντας τόσο την διατήρηση όσο και τον μετασχηματισμό των κοινωνικών δομών. Τέλος, έρχεται στο προσκήνιο η διαμάχη μεταξύ των υλιστικών και ιδεαλιστικών φιλοσοφικών παραδόσεων: ποιά είναι η (λανθάνουσα) υποκείμενη δύναμη που ορίζει τη γένεση, την αναπαραγωγή, την αλλαγή, τη μορφή και τα γνωρίσματα της κοινωνίας και του πολιτισμού; Οι γνωστικές μορφές της νόησης, η ανθρώπινη επιθυμία και βούληση ή η υλική πραγματικότητα, οι οικονομικές σχέσεις που ορίζουν τη παραγωγή, προμήθεια και κατανάλωση υλικών, κοινωνικών αγαθών και πώς σχετίζονται αυτοί οι παράγοντες με τα δύο προηγούμενα πεδία προβληματικής;

bourdieu-logic-of-practice.jpg

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | 2 Σχόλια »