Κοινωνική Πραξεολογία

Ανθρωπολογία, Κοινωνιολογία, Φιλοσοφία, Πολιτική

Το φύλο στην θεωρία της πρακτικής και την θεωρία της παραστασιακής επιτέλεσης: Bourdieu και Butler, συνάφειες και αποκλίσεις

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Μαρτίου 23, 2008

1. Εισαγωγή

Η υπέρβαση της «ανθρωπολογίας των γυναικών» και η μετάβαση στην «ανθρωπολογία του φύλου» συναρτάται σε μεγάλο βαθμό με την ανάδυση και καθιέρωση (ή την επιστημονική επικαιρότητα) του θεωρητικού, μεθοδολογικού και επιστημολογικού παραδείγματος του κοινωνικού κονστρουκτιβισμού, που παρείχε στην ανθρωπολογία και τη φεμινιστική θεωρία το εννοιολογικό εργαλείο του κοινωνικού φύλου, την εννοιολόγηση του φύλου ως κοινωνικής κατασκευής. Η ίδια η συγκρότηση και διαμόρφωση του κονστρουκτιβισμού, ωστόσο, δεν αποτελεί ανεξάρτητη από τους ιστορικούς φιλοσοφικούς, ανθρωπολογικούς, κοινωνιολογικούς, και φεμινιστικούς προβληματισμούς διεργασία, αλλά αποτελεί μάλλον μια εν εξελίξει απάντηση σε αυτούς.

Οι αφετηρίες και οι θεωρητικές, αναλυτικές προσλαμβάνουσες του κονστρουκτιβισμού εντοπίζονται σε εκείνα τα θεωρητικά ρεύματα και τις προσεγγίσεις που είχαν σηματοδοτήσει την κοινωνική και ανθρωπολογική επιστήμη τις προηγούμενες δεκαετίες[1]. Μια βασική, αν όχι και συστατική, αλλά κριτικά αφομοιωμένη επίδραση στην διαμόρφωση της κονστρουκτιβιστικής θεώρησης συνιστούν οι συμβολικές, ερμηνευτικές προσεγγίσεις των Geertz και Schneider. Η θεώρηση του πολιτισμού ως συστήματος συμβόλων και σημασιών, με σχετική αυτονομία και αιτιακή, δομική ισχύ επί του κοινωνικού, και η φαινομενολογική έμφαση στην πολιτισμικά προσδιορισμένη και υποκειμενικά βιωμένη εμπειρία[2], θέτει το νόημα και την διαδικασία συμβολικής παραγωγής και κυκλοφορίας του στο επίκεντρο της πολιτισμικής ανάλυσης ως καθολική διάσταση της κοινωνικής ζωής και παράλληλα φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα της υποκειμενικής ταυτότητας, της πολιτισμικής εννοιολόγησης του Εαυτού, ως υποκειμένου της κοινωνικής δράσης και «αγωγού νοήματος»[3]. Ακόμη, η συμβολική προσέγγιση είχε συμβάλει στην λεγόμενη «αναστοχαστική στροφή» στην ανθρωπολογία, που έπληττε τις οικουμενιστικές, εξηγητικές φιλοδοξίες της «ανθρωπολογίας των γυναικών» (και της ανθρωπολογίας γενικότερα), προσδιορίζοντας – με την έμφασή της στον πολιτισμικό σχετικισμό, στην υποκειμενιστική κατασκευή του νοήματος και στην ύπαρξη και χρήση πολιτισμικά διαφορικών κατηγοριών για τη δόμησή του – τις ίδιες τις εννοιακές κατασκευές της ανθρωπολογίας ως πολιτισμικά συγκροτημένες, δηλαδή ανίκανες να συλλάβουν με οικουμενικούς όρους τη βιωμένη εμπειρία των ανθρώπων (ανδρών ή γυναικών) που ζουν και δρουν σε διαφορετικά πολιτισμικά συμφραζόμενα. Ωστόσο, στα ίδια πλαίσια κριτικού αναστοχασμού, η συμβολική ανθρωπολογία δέχθηκε την κατηγορία του ιδεαλισμού και του ανιστορικού και απολιτικού πολιτισμικού ουσιοκρατισμού.

Η κατηγορία αυτή είχε ως προέλευση την μαρξιστική θεωρία και την πολιτική οικονομία που επεσήμανε τον πολιτικό χαρακτήρα και λειτουργία της ανθρωπολογικής γνώσης, των ίδιων των συστημάτων συμβολικών σημασιών, καθώς και των διαδικασιών συγκρότησης και καθιέρωσής τους[4]. Γενικό επιχείρημά των πολιτικών οικονομολόγων ήταν πως ο πολιτισμός διαμορφώνεται κάθε φορά στα πλαίσια σχέσεων άνισης, συνεπώς και ελεγχόμενης, πρόσβασης σε υλικούς και κοινωνικούς πόρους, που προσδιορίζει και μια διαφορική κατανομή της εξουσίας, της ισχύος επιβολής μιας εικόνας του κόσμου ως κυρίαρχης και πρωτεύουσας έναντι εναλλακτικών εκδοχών για την οργάνωση των αντιλήψεων, των πρακτικών και των ίδιων των κοινωνικών σχέσεων. Επομένως, η ετεροποίηση και εξατομίκευση του πολιτισμού και η θεώρησή του ως συνεκτικού, αφομοιωμένου-κοινού, συναινετικού, στατικού και οριοθετημένου κοινωνικά, συντελεί στην απόκρυψη των άνισων σχέσεων στα πλαίσια των οποίων συγκροτήθηκε, της ανταπόκρισής του σε ορισμένα διαφοροποιημένα συμφέροντα συγκεκριμένων πολιτικών και κοινωνικών ομάδων, της μεταβλητότητας, της εσωτερικής ανομοιογένειάς του, καθώς και της λειτουργίας του στην αναπαραγωγή των ασύμμετρων αυτών σχέσεων.

Η φεμινιστική θεωρία και ανθρωπολογία διαμορφώθηκε και συνέβαλε συνάμα καθοριστικά, από/στον δημιουργικό διάλογό της με τις μαρξιστικές και τις συμβολιστικές (ερμηνευτικές και δομιστικές) προσεγγίσεις[5]. Δίνοντας έμφαση είτε στις συμβολικές σημασιοδοτήσεις και ιεραρχήσεις των γυναικών και των γυναικείων δραστηριοτήτων, είτε στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των γυναικών στις κοινωνικές σχέσεις και τις σχέσεις παραγωγής, η φεμινιστική θεωρία και ανθρωπολογία επεσήμανε την κεντρικότητα του φύλου στην οργάνωση των πολιτισμικών συμβόλων και αξιών, ως βασική διάσταση της υποκειμενικής ταυτότητας (ως ορίζουσα της ψυχικής συγκρότησης), καθώς και ως κεντρική κατηγορία οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων, της πολιτικής και οικονομικής ζωής καθώς και του συστήματος αναπαραστάσεων[6].

Η «ανθρωπολογία των γυναικών», στη βάση της κατάφασης της οικουμενικότητας της κοινωνικής κατηγορίας «γυναίκα» και της «γυναικείας εμπειρίας», είχε επισημάνει μια θεμελιακή κοινωνική, συμβολική και οντολογική διαίρεση, που αναιρούσε και ταυτόχρονα επαναθεμελίωνε την δυτικοκεντρική φιλελεύθερη, θετικιστική επιστημολογική και οντολογική παραδοχή περί ενιαίου ανθρώπινου υποκειμένου, την οποία εν πολλοίς συμμεριζόταν η κοινωνική ανθρωπολογία, που θεωρούσε την διάκριση περισσότερο αναλυτική, τοποθετώντας τη «γυναίκα» ως είδος εντός ενός γένους[7] (του ανθρώπινου) και δευτερεύουσα έναντι της πολιτισμικής διαίρεσης/διαφοράς. Η «ανθρωπολογία των γυναικών», αν και κριτική θεωρία του έμφυλου αποκλεισμού, είχε η ίδια παραγάγει ή/και διατηρήσει αποκλεισμούς τόσο σε κοινωνικό όσο και σε ακαδημαϊκό επίπεδο, εκφέροντας τον λόγο ενός κυρίαρχου λευκού, ταξικά προνομιούχου και ετεροφυλοφιλικού γυναικείου υποκειμένου, που αγνοούσε άλλους δομικούς και ιεραρχικούς παράγοντες των κοινωνικών σχέσεων και της ταυτότητας, όπως η τάξη, η εθνότητα, το χρώμα, η σεξουαλικότητα, που συγκροτούν διαφορικά το Υποκείμενο της φεμινιστικής κριτικής[8]. Η καθοριστική καινοτομία της «ανθρωπολογίας του φύλου» ήταν ότι κατόρθωσε να αφομοιώσει θεωρητικά τους προβληματισμούς για τις σχέσεις εξουσίας που μεσολαβούν και οργανώνουν τις κοινωνικές σχέσεις, να ιστορικοποιήσει και να πολιτικοποιήσει τις ίδιες τις κατηγορίες σήμανσης του κοινωνικού κόσμου και του εαυτού καθώς τους όρους και διαδικασίες παραγωγής και λειτουργίας τους, επαναπροσδιορίζοντας και διασαφηνίζοντας αναλυτικά-αφαιρετικά τις κατηγορίες ανάγνωσής τους (ώστε να περιλάβει τόσο άνδρες όσο και γυναίκες), καθώς και τους πολιτικούς της στόχους, ώστε να διατηρήσει (κριτικά και αναστοχαστικά) τον στόχο και τη φιλοδοξία της δυνατότητας μιας γενικότερης εφαρμογής, εξήγησης και ερμηνείας των ιστορικών, κοινωνικών και πολιτισμικών φαινομένων. Έτσι, η «ανθρωπολογία του φύλου», στα πλαίσια της θεωρίας του κονστρουκτιβισμού στρέφεται στη μελέτη των διαδικασιών και των τρόπων με τους οποίους συγκροτούνται και καθιερώνονται κοινωνικά-πολιτισμικά σε διάφορα συμφραζόμενα οι νοητικές/συμβολικές κατηγορίες, μέσω των οποίων νοηματοδοτείται η εμπειρία, οργανώνεται η κοινωνική δράση των ανθρώπων και κατασκευάζεται η υποκειμενικότητά τους[9].

Τόσο η «ανθρωπολογία των γυναικών» όσο και η «ανθρωπολογία του φύλου», αρνούνταν τον βιολογικό καθορισμό του φύλου, την συνέχεια και αιτιακή σύνδεση μεταξύ βιολογικής υπόστασης/ανατομίας, κοινωνικών ρόλων-πρακτικών και συμβολικών σημασιών και ιεραρχήσεων[10], τόσο θεωρητικά όσο και εμπειρικά, βάσει της εθνογραφικά καταγεγραμμένης ποικιλότητας, της αναγνώρισης «τρίτων φύλων» και των διάφορων μορφών τρανσεξουαλισμού[11]. Έτσι, από την δεκαετία του 1970’ είχε επικρατήσει η παραδοχή πως το κοινωνικό φύλο αποτελεί την πολιτισμική κατασκευή του βιολογικού φύλου, δηλαδή, των βιολογικών διαφορών μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στα πλαίσια αυτής της εννοιολόγησης, μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1980’, το ανθρωπολογικό και φεμινιστικό ενδιαφέρον είχε συγκεντρωθεί στον όρο «κοινωνικό φύλο», θεωρώντας τη βιολογική διαφορά ως δεδομένη, αντίληψη που ήταν σύμφωνη με τον Καρτεσιανό δυϊσμό της δυτικο-ευρωπαϊκής σκέψης και της σχετικής διαίρεσης των επιστημονικών πειθαρχιών σε φυσικές/βιολογικές και κοινωνικές[12]. Η προβληματοποίηση του όρου της βιολογικής διαφοράς και της σχέσης με τη κοινωνική συνθήκη τέθηκε στα τέλη το 1980’ από τις Collier και Yanagisako[13], που κατέκριναν την παραπάνω αντίληψη για εθνοκεντρισμό, ισχυριζόμενες ότι έθετε την ιστορικά, πολιτισμικά προσδιορισμένη άποψη πως οι βιολογικές διαφορές αφορούν την αναπαραγωγή και το ίδιο το ετεροφυλοφιλικό διμορφικό μοντέλο των αναπαραγωγικών σχέσεων στον πυρήνα των διαφόρων πολιτισμικών εννοιολογήσεων του φύλου. Επιπλέον, προσδιόριζε την βιολογική υπόσταση ως κάτι το δεδομένο, το ανιστορικό και το σταθερό, επί της οποίας έρχεται να εγγραφεί η αυθαίρετη, ιστορικά και κοινωνικά μεταβλητή κοινωνική συνθήκη[14], θέση που κατακρίθηκε έντονα ως «πολιτισμικός θεμελιωτισμός» (biological foundationalism), μεταξύ του βιολογικού ντετερμινισμού[15] και ενός ριζοσπαστικότερου κοινωνικού κονστρουκτιβισμού. Η αντι-πρόταση της Errington[16] για διάκριση ανάμεσα στο «βιολογικό φύλο» (sex), το κοινωνικά κατασκευασμένο βιολογικό φύλο ως βιολογικό» (Sex), και το κοινωνικό φύλο (καταμερισμός δραστηριοτήτων και συμβολική σημασιοδότηση – gender) από μια όψη αναπαρήγαγε και πολλαπλασίασε το πρόβλημα – χωρίς να δίνει κάποια λύση ως προς τη συσχέτιση βιολογικών σωμάτων και πολιτισμικών κατηγοριών και συμβολικών παραστάσεων – αλλά έθεσε με προφανέστερο τρόπο το ζήτημα της αδυναμίας προσδιορισμού του βιολογικού φύλου με μη πολιτισμικούς όρους, δηλαδή πως οι βιολογικές διαφορές μπορούν να νοηθούν μόνο πολιτισμικά, ως κοινωνικές κατασκευές[17].

Στα πλαίσια ευρύτερων θεωρητικών επεξεργασιών και μετατοπίσεων, με την επίδραση της σκέψης του Foucault, της θεωρίας των «ομιλιακών ενεργημάτων» του Austin, της πραξιακής θεώρησης και του μεταδομισμού, τέθηκε εκ νέου το πρόβλημα του τρόπου και του χαρακτήρα της συσχέτισης μεταξύ των συμβολικών μορφών και κατηγοριών και των κοινωνικών πρακτικών (συνεπώς και της κοινωνικής οντολογίας) και το θεωρητικό και το πολιτικό ζήτημα της σταθερότητας και μεταβλητότητας της σύνδεσής τους. Η γενική απάντηση που δόθηκε ήταν πως το φύλο, όπως και οποιαδήποτε άλλη συμβολική κατηγορία, συγκροτείται μέσω μιας διαδικασίας κοινωνικής πρακτικής ή επιτέλεσης, συνεπώς, δεν αποτελεί μια σταθερή συνιστώσα της κοινωνίας ή του υποκειμένου, αλλά υπόκειται διαρκώς σε μια δυνατότητα αλλαγής ή αναίρεσης. Η κοινωνική πραξεολογία του P. Bourdieu με την ολιστική προσέγγιση της συμπραγμάτευσης και συσχέτισης της οικονομικής οργάνωσης, κοινωνικής δομής, των συμβολικών αναπαραστάσεων και των κοινωνικών πρακτικών, και η επιτελεστική θεωρία της Butler με την ριζοσπαστική μεταδομιστική και ψυχαναλυτική της προσέγγιση, συνιστούν δύο κεντρικά και ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα στη διαπλοκή τους παραδείγματα της νέας κατεύθυνσης στη μελέτη του φύλου (κι όχι μόνο) στα πλαίσια του κονστρουκτιβιστικού παραδείγματος.

2. Το φύλο στη πραξιακή θεώρηση

Ο προσδιορισμός και η χρήση στην θεωρία της πρακτικής ενός συστήματος τεσσάρων μεταβλητών (των μορφών κεφαλαίου: οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό, συμβολικό) για τον προσδιορισμό, τη θεωρητική αλλά και τη πρακτική συγκρότηση και ανάγνωση των κοινωνικών σχέσεων στα διάφορα κοινωνικά πεδία, αλλά και των αρχών συγκρότησής τους, των νοητικών και σωματικών σχημάτων αντίληψης, αξιολόγησης και δράσης – ως κοινωνικά δομημένες και δομούσες δομές – επιτρέπει την ταυτόχρονη πραγμάτευση της διαλεκτικής σύνδεσης μεταξύ των δομικών παραγόντων της κοινωνικής πραγματικότητας και της κοινωνικής δράσης: των οικονομικών, των κοινωνικών και των σημειωτικών σχέσεων σε ένα σχήμα ιεραρχικής, αξιολογημένης και αξιολογικής διάταξής τους. Συνεπώς, το θεωρητικό παράδειγμα της πραξιακής προσέγγισης μπορεί να εφαρμοστεί και να αναγνώσει τη κοινωνικά συγκροτημένη λογική της πρακτικής, τόσο στις σύγχρονες αυξημένα διαφοροποιημένες καπιταλιστικές κοινωνίες καθώς και σε κάθε επιμέρους πεδίο τους, όσο και στις λεγόμενες προκαπιταλιστικές κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από την στενή συνάφεια ή σύμπτωση οικονομικής, κοινωνικής-συγγενικής, πολιτικής και θρησκευτικής τάξης, όπου, δηλαδή, δεν έχουν διαφοροποιηθεί, δεν έχουν αυτονομηθεί τα διάφορα πεδία δράσης που συγκροτούν το κοινωνικό σύμπαν των καπιταλιστικά ανεπτυγμένων κοινωνιών[18].

Ένα τέτοιο παράδειγμα κοινωνίας, της Καβυλίας[19], χρησιμοποιεί ο Bourdieu ως παράδειγμα για την ανάλυση της κοινωνικής κατασκευής του φύλου[20]. Σε αυτήν την προκαπιταλιστική κοινωνία, όπως η οικονομία, έτσι και η τάξη της σεξουαλικότητας δεν έχει αυτονομηθεί σε ένα πεδίο με δική του διακριτή λογική (του ερωτισμού), αλλά είναι εμβαπτισμένη, εμβυθισμένη σε ένα μυθικό-τελετουργικό σύστημα συμβολικών αντιστίξεων[21] (αρσενικό/θηλυκό, άνδρας/γυναίκα, ψηλό/χαμηλό, πάνω/κάτω, ξηρό/υγρό, σκληρό/μαλακό, ευθύ/καμπύλο, έξω-δημόσιο/μέσα-ιδιωτικό) που διατρέχουν το βιολογικό, το φυσικό, το κοινωνικό και το θρησκευτικό-κοσμολογικό επίπεδο και δομούν καθολικά το κοινωνικό σύμπαν και – μέσω της υποκειμενικής ιδιοποίησής τους – την υποκειμενική αντίληψη και δράση στο σύμπαν αυτό. Δηλαδή, τα ίδια τα σώματα κι οι στάσεις, οι κινήσεις, η τοπολογία και τα μέρη τους (εμπρός, πίσω, μέση), τα γεννητικά όργανα, οι φυσικές και φυσιολογικές διεργασίες, οι δραστηριότητες (κοινωνικές, παραγωγικές, αναπαραγωγικές-σεξουαλικές), τα πράγματα, τα εργαλεία παραγωγής, ο χώρος και ο χρόνος ταξινομούνται, κατηγοριοποιούνται, οργανώνονται και διακρίνονται συσχετιστικά εντός ενός συνόλου ομόλογων αντιθέσεων (με πρωτεύουσα και οργανωτική διάκριση την αντίθεση ανδρικού/γυναικείου), αρκετά σύμφωνων ως προς τη διαφορά τους, ώστε να αλληλοϋποστηρίζονται, μέσω της λειτουργίας της πρακτικής μεταθεσιμότητας των νοητικών σχημάτων της έξης, παρόλαυτά μη ταυτολογικών, ώστε κάθε επιμέρους διάκριση και κάθε όρος να αποκτά μια «σημασιολογική πυκνότητα»[22], ως λειτουργία των συμβολικών συσχετίσεων, συνδηλώσεων, συναφειών και αντιστοιχιών του με άλλους όρους και διακρίσεις[23].

Η κοινωνική κατασκευή του φύλου αποτελεί λειτουργία αυτών των κατηγοριών που παράγουν, ορίζουν και οργανώνουν συσχετιστικά τα διακριτικά γνωρίσματα του ανδρικού και του γυναικείου, βιολογικά, ανατομικά, σωματικά, συμπεριφορικά και χωροταξικά, και με τον τρόπο αυτό ορίζουν και κυρώνουν συμβολικά τις ορατές – τις συμβολικά αναγνωρισμένες και αναγνωρίσιμες – διαφορές μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας, που συγκροτούν και τις διακριτές ταυτότητές τους. Όντας αντικειμενοποιμένες στο σύνολο του αντικειμενικού κοινωνικού και υποκειμενικά βιωμένου κόσμου, οι εγκαθιδρυμένες αναλογίες μεταξύ αυτών των κοινωνικών και συμβολικών διαιρέσεων, πχ μεταξύ της στύσης του φαλλού και της ζωικής δύναμης του φουσκώματος στην κυοφορία ή το φύτρωμα του σπόρου[24], ενισχύονται συμβολικά-γνωστικά και νομιμοποιητικά ως ανεξάρτητες από την υποκειμενική νόηση και τις κατεστημένες κοινωνικές σχέσεις, ή μάλλον οι ίδιες οι ιεραρχικές κοινωνικές σχέσεις εννοιολογούνται ως θεμελιωμένες σε μια εξωκοινωνική τάξη με την οποία έτσι συνδέονται, συνεπώς, φυσικοποιούνται και νομιμοποιούνται συμβολικά.

Η ανάγνωση του κοινωνικού κόσμου σύμφωνα με τις αρχές θεώρησης και διαίρεσης με τις οποίες έχει συγκροτηθεί, μια πράξη τόσο γνωστική όσο και πολιτική, καθιστά τις συμβολικά κατασκευασμένες ορατές διαφορές – συνάρτηση των ταξινομικών κατηγοριών που παράγουν και ορίζουν τις δυνατές και αναγνωρίσιμες διακρίσεις – εγγύηση και αντικειμενικό θεμέλιο εκείνων των σημασιών, αξιών και αρχών θεώρησης-διάκρισης με τις οποίες έχουν παραχθεί, έτσι, η ανατομική διαφορά μεταξύ των γεννητικών οργάνων μπορεί να εμφανίζεται ως φυσική δικαιολόγηση της κοινωνικά κατασκευασμένης διαφοράς μεταξύ των δυαδικά ορισμένων γενών και του επ’ αυτής κοινωνικά θεμελιωμένου ιεραρχικού καταμερισμού της εργασίας μεταξύ ανδρών και γυναικών[25]. Συνεπώς, δεν είναι οι ορατές διαφορές, οι αναγκαιότητες της βιολογικής τάξης που ορίζουν την συμβολική και κοινωνική οργάνωση της εργασίας και εν γένει όλης της κοινωνικής, φυσικής και κοσμολογικής τάξης, αλλά οι αυθαίρετες, ανδροκρατικές, ιστορικά- κοινωνικά συγκροτημένες αρχές θεώρησης και διαίρεσης που τις παράγουν και τις καθιστούν ορατές και η κοινωνικά επιτελούμενη κατασκευή τους, που προσφέρει το φαινομενικά φυσικό θεμέλιο της ανδροκρατικής οργάνωσης του κόσμου[26].

Αυτή η κατασκευή, ωστόσο, όντας η ίδια αυθαίρετη αλλά και προϊόν και διαδικασία κοινωνικής κυριαρχίας, για να παραχθεί και διατηρηθεί, απαιτεί μια διαρκή, συνεχή συλλογική κοινωνική διεργασία σημαντικής και πρακτικής κατασκευής αυτών των διαιρέσεων. Προϋποθέτει, λοιπόν, σύστημα κοινωνικών σχέσεων οργανωμένο σημαντικά και πρακτικά σύμφωνα με τις αρχές διαίρεσης σε γένη, εντός του οποίου τα υποκείμενα να κοινωνικοποιούνται, να εσωτερικεύουν αυτές τις αρχές και να τις εφαρμόζουν με τη σειρά τους στον κοινωνικό κόσμο. Αυτή η εργασία συμβολικής κατασκευής (πρέπει να) είναι ταυτόχρονα λεκτική (ονοματοθετική), η οποία παράγει παραστάσεις για τον αντικειμενικό κόσμο και για το ίδιο το υποκείμενο και το σώμα του, αλλά και πρακτική, επιτελεί, δηλαδή, εξωτερικεύει, σωματοποιεί και αντικειμενοποιεί στον κοινωνικό κόσμο τις παραστάσεις αυτές, που συνιστούν και λειτουργούν ως συστήματα δυνατοτήτων, που στόχο έχουν να επιβάλλουν έναν διαφοροποιημένο ορισμό των σωμάτων, των συμβολικά κυρωμένων χρήσεών του, και να αποκλείσουν κάθε δυνητικότητα που αποδίδεται στο άλλο γένος[27].

Αυτές οι κοινωνικές και νοητικές συνάμα κατηγορίες, παράγονται μέσω του βιώματος των καθημερινών, άτυπων (ωστόσο πολιτικά λειτουργικών) έμφυλα διακεκριμένων και οργανωμένων σχέσεων και δραστηριοτήτων, αλλά και μέσω δημόσιων επίσημων και κοινωνικά μαρτυρούμενων τελετών θέσμισης (εγκαινίασης), που έχουν ως λειτουργία τη συμβολική θεμελίωση ενός «ιεροποιητικού διαχωρισμού»[28] μεταξύ ανδρών και γυναικών, τη συμβολική καθιέρωση της έμφυλης ταυτότητας και ρόλου, και την προετοιμασία για την άσκηση του ρόλου αυτού. Αυτές οι διαφοροποιητικές τελετές, τονίζουν τα συμβολικά κατασκευασμένα εξωτερικά σημεία διαφοράς του ανδρικού και του γυναικείου, που είναι πιο άμεσα προσαρμοσμένα στον κοινωνικό ορισμό της σεξουαλικής διάκρισης και πιο άμεσα καταληπτά (πχ. ξύρισμα-κούρεμα του αγοριού από τον πατέρα, περιτομή, τελετουργική συνοδεία του αγοριού στην αγορά, τον δημόσιο χώρο των ανδρών), εγκαθιδρύοντας τη διαφορά ως κάθετη ρήξη με το άλλο φύλο, και σηματοδοτώντας τη ως έλλειψη αυτού που προσδιορίζει την δυνητικότητα επικύρωσης του ανδρισμού[29].

Το ιστορικά συγκροτημένο σύστημα σχέσεων λειτουργικά συνολικά, λοιπόν, ως μια συμβολική μηχανή, που παράγει σχεσιακά, διαφορικά ορισμένες νοητικές και σωματικές προδιαθέσεις για τα σχεσιακά αντίθετα γένη, άνδρες και γυναίκες. Αυτή η έμφυλη κοινωνικοποίηση, νοητική και σωματική, καθιστά το σώμα (καθώς και το υποκείμενο στο σύνολό του) μια έμφυλη πραγματικότητα[30], φορέα των εσωτερικευμένων εμφυλοποιημένων και εμφυλοποιητικών αρχών θεώρησης και διαίρεσης, σημαντικής και πρακτικής, του κοινωνικού κόσμου. Μέσω της κοινωνικοποίησης, λοιπόν, τα υποκείμενα εμφυλοποιούνται[31], εσωτερικεύοντας τις έμφυλα δομημένες νοητικές και σωματικές δομές, που οργανώνουν την αντίληψη και τη δράση τους στον κοινωνικό κόσμο, που καθίστανται, λοιπόν, έμφυλα δομούσες δομές, αντικειμενοποιούνται στις κοινωνικές σχέσεις, τις οποίες με τον τρόπο αυτό εμφυλοποιούν, τις συγκροτούν και τις οργανώνουν πρακτικά και νοηματικά σύμφωνα με τα κοινωνικώς εσωτερικευμένα έμφυλα νοητικά και σωματικά σχήματα.

Αυτή η συμφωνία αντικειμενικών και νοητικών δομών, «μορφών του είναι» και «μορφών του γιγνώσκειν»[32], που ορίζει την εμπειρία, την ανάγνωση και σημασιοδότηση του κόσμου βάσει των κατηγοριών με τις οποίες είναι συγκροτημένος, καθιστά τις κοινωνικά κατασκευασμένες και (αντικειμενικά αναγνωρισμένες) αυθαίρετες διαιρέσεις του – με πρωταρχική εκείνη της διαίρεσης σε φύλα – άμεσα (υποκειμενικά) αναγνωρίσιμες ως φυσικές, παράγοντας και αναπαράγοντας ένα «κεφάλαιο αναγνώρισης», γνώσης και οικειοποίησης εκείνων των κατηγοριών με τις οποίες τα κοινωνικά κυρίαρχα υποκείμενα και ομάδες νοηματοδοτούν τον κόσμο, στοιχειοθετώντας, με τον τρόπο αυτό, την συμβολική παραγνώριση των σχέσεων κυριαρχίας – είτε την νομιμοποίηση, είτε την πλήρη παραγνώρισή τους ως τέτοιων – στα πλαίσια των οποίων επιβάλλονται[33] και τις οποίες εξυπηρετούν.

Σε συνάφεια τις κατηγορίες δόμησης του κόσμου παράγονται και οργανώνονται και τα σχεσιακά οριζόμενα συμβολικά μελήματα και οφέλη για άνδρες και γυναίκες, προσανατολίζοντας με τον τρόπο αυτό τη δράση τους αντίστοιχα, αλλά φροντίζοντας και μέσω συνεχούς επιτήρησης, απαγορεύσεων και απειλητικών κυρώσεων για την εφαρμογή των διαφοροποιητικών αρχών διαίρεσης[34], καθώς η μεγάλη σε έκταση απόκλιση από τις κοινωνικά συμβολικά προσδιορισμένες διαφορές και διακρίσεις θα έθετε υπό αμφισβήτηση τις κανονιστικές αρχές θεώρησης και διάκρισης του κόσμου, συνεπώς και την ίδια τη κατεστημένη συγκρότηση του κόσμου. Η λογική της (έμφυλης) κυριαρχίας λειτουργεί με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε να ενσταλάζει, μέσω του βιώματος των κοινωνικών σχέσεων, εκείνων των προδιαθέσεων που ανταποκρίνονται στους κανονιστικούς ορισμούς και διακρίσεις της (έμφυλης) ταυτότητας και ικανοποιούν ή αποτυγχάνουν να ικανοποιήσουν τις κοινωνικά συγκροτημένες συλλογικές προσδοκίες από τον φορέα της ταυτότητας και του ρόλου. Όπως έχει, ήδη υποστηριχθεί, οι κατηγορίες δόμησης του κοινωνικού κόσμου είναι κοινωνικά διαφοροποιημένες και αποτελούν συνάρτηση της διαφορικής πρόσβασης σε υλικούς και κοινωνικούς πόρους, της άνισης κατοχής και κατανομής των μορφών κεφαλαίου ∙ αυτά τα κοινωνικά συγκροτημένα πρότυπα, λοιπόν, που έχουν τα ίδια οριστεί στα πλαίσια σχέσεων κυριαρχίας, ορίζουν τις πηγές και τα μέσα πρόσκτησης, απόκτησης και επαύξησης των διαφόρων μορφών κεφαλαίου, και η αδυναμία επιτέλεσης, πραγμάτωσής τους επιφέρει συμβολικές κυρώσεις και ευρύτερους κοινωνικούς αποκλεισμούς. Με τον τρόπο αυτό κατορθώνουν να οργανώσουν διαφορικά και ιεραρχικά τις σχέσεις μεταξύ των υποκειμένων των νομιμοποιημένων ταυτοτήτων (ανδρών και γυναικών), αλλά και τις σχέσεις στο εσωτερικό αυτών των κατηγοριών βάσει του βαθμού πραγμάτωσης της κυρωμένης κοινωνικής ταυτότητας, και βέβαια τις σχέσεις μεταξύ των παραπάνω και εκείνων που αποκλίνουν καθοριστικά από τις κοινωνικά νομιμοποιημένες και έγκυρες ταυτότητες. Με τον τρόπο αυτό, αντί οι αποκλίσεις από τα κανονιστικά πρότυπα να νοούνται ως ακυρώσεις του κανόνα και παραδείγματα διάψευσής του, συλλαμβάνονται με ιεραρχικούς όρους που ενισχύουν και θεμελιώνουν τον κανόνα και προσανατολίζουν σε μεγάλο βαθμό με κοινό τρόπο τις δράσεις τόσο των κυρίαρχων όσο και των κυριαρχημένων ομάδων ή/και στοιχειοθετούν την διαρκή υποτίμηση και αποκλεισμό τους.

Οι μορφές στρατηγικής δράσης, αντίδρασης ή αντίστασης, λοιπόν, σε μια συγκεκριμένη συγκρότηση του κοινωνικού κόσμου, παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κυριαρχημένες, αφενός συνάρτηση των περιορισμένων πόρων και εξουσίας που διαθέτουν τα κυριαρχημένα υποκείμενα και ομάδες, αφετέρου ανταποκρίνονται και επαληθεύουν τις κοινωνικά κυρίαρχες και επιβεβλημένες αξιολογικές σημάνσεις, που τοποθετούν εν πρώτοις τα υποκείμενα αυτά στην υποτελή θέση τους[35]. Ωστόσο, η αντιστοιχία που εγκαθιδρύεται μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών δομών δεν είναι ποτέ απόλυτη, καθώς η κοινωνική κατασκευή των πραγμάτων και του κόσμου συναρτήσει των νοητικών σχημάτων σηματοδότησής τους, επιφέρει παράλληλα μια αμφισημία, μια μερική απροσδιοριστία, ενώ η ολική διαδικασία δυναμικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, όπως συγκροτείται από τις ατομικές και συλλογικές δράσεις και ορίζει μια συνεχή διαδικασία αναδόμησης του συστήματος των προδιαθέσεων, σε συνάφεια με τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς εντός και μεταξύ των κοινωνικών ομαδοποιήσεων, αφήνει πάντα χώρο για εναλλακτικές ερμηνείες, αλλά και για εννοιολογικές αναλογικές αντιστροφές, βάσει των κεκτημένων και εγκαθιδρυμένων κατηγοριών και νοηματοδοτήσεων, που δύνανται από το εσωτερικό της κατεστημένης κυριαρχίας να την υποτιμήσουν ή και να τη διαρρήξουν[36]

3. Η θεωρία της παραστασιακής επιτέλεσης

Η Butler, από την οπτική μιας πιο ριζοσπαστικής μεταδομιστικής προσέγγισης, ασκεί κριτική σε προηγούμενες κονστρουκτιβιστικές εννοιολογήσεις του φύλου και πιο ευρύτερα σε ορισμένες εκδοχές της κονστρουκτιβιστικής θεώρησης από τις οποίες αυτές οι εννοιολογήσεις απορρέουν, μια κριτική η οποία βρίσκεται σε συμφωνία με την αντίστοιχη κριτική (αλλά και δημιουργική σύνθεση) του Bourdieu επί των δύο αντίθετων, αλλά επιστημονικά συμπληρωματικών τρόπων γνώσης του κόσμου, του υποκειμενισμού και του αντικειμενισμού.[37]

Αφενός, επιρρίπτει στον γλωσσολογικό κονστρουκτιβισμό έναν επιστημολογικό και οντολογικό γλωσσικό μονισμό και μια ακολούθως αιτιοκρατική σύλληψη της κατασκευής ως «ενεργήματος» με απόλυτη και εξαντλητική παραγωγική ισχύ[38]. Με τον τρόπο αυτό εξοβελίζει θεωρητικά και πρακτικά την ανθρώπινη ενσυνείδητη δράση (ή τη δυνατότητά της), ενώ παράλληλα αγνοεί την θεωρητική και πολιτική συνάμα επισήμανση του μεταδομισμού περί αστάθειας του γλωσσικού νοήματος, των συμβολικών επιτελεστικών κατασκευών και της χαλαρής, αδύναμης και διαρρήξιμης συνοχής ενός συστήματος συμβόλων[39]. Αφετέρου, απορρίπτει την βουλησιαρχική φαινομενολογική κονστρουκτιβιστική προσέγγιση που προϋποθέτει ένα συγκροτημένο υποκείμενο, ένα Υπερβατολογικό Εγώ[40], ως φορέα και δράστη της κατασκευής, που στα πλαίσια αυτά νοείται ως εργαλειακή δράση ή χειραγωγήσιμο τέχνασμα, επανεδραιώνοντας, συνεπώς, την (θετικιστική εν πολλοίς) ουμανιστική αντίληψη περί ενιαίου ανθρώπινου υποκειμένου προς την οποία έχει ιστορικά και επιστημολογικά αντιταχθεί ο κονστρουκτιβισμός[41].

Αντίθετα προς αυτές τις προσεγγίσεις, η θεωρία της επιτελεστικότητας δεν θεωρεί το υποκείμενο αποκλειστικά ούτε ως παράγωγο ούτε ως παραγωγό της υποκειμενικής έμφυλης ταυτότητας, ως αυτό που είτε προηγείται (ως αίτιο) είτε έπεται (ως αιτιατό) χρονικά της κατασκευής, αλλά στρέφεται στην χρονικότητα, στην χρονική διάσταση της ίδιας της κατασκευής, η οποία νοείται ως διαδικασία εντός και μέσω της οποίας συγκροτείται, παράγεται και αναδύεται το υποκείμενο[42], μια διαδικασία ιστορικά, πολιτισμικά και πολιτικά τοποθετημένη και μεσολαβημένη. Αυτοί οι κοινωνικοί, πολιτισμικοί και πολιτικοί παράγοντες συνθέτουν τις συνθήκες συγκρότησης του υποκειμένου και ορίζουν τις δυνατότητες αλλά και την τροπικότητα της ύπαρξής του.

Διερευνώντας τη σχέση μεταξύ της υλικότητας του σώματος, των θεωρούμενων ως δεδομένων σωματικών διαφορών μεταξύ «ανδρών» και «γυναικών» και της επιτελεστικότητας του φύλου, η Butler – σε συμφωνία με τον Bourdieu – επισημαίνει ότι δεν υπάρχει κάποια προγλωσσική, προκοινωνική πραγματικότητα, κάποιο «αντικείμενο» αποκαθαρμένο και ανεξάρτητο από τις κατηγορίες μέσω των οποίων αυτό γίνεται αντιληπτό και από τις λογοθετικές πρακτικές που το οροθετούν και το σημασιοδοτούν. Οι ίδιες οι θεωρούμενες σεξουαλικές διαφορές των φύλων δεν μπορούν να διαχωριστούν από τις λογοθετικές οροθετήσεις που φαινομενικά διαπιστωτικά, a posteriori αναφέρονται σε αυτές ως προϋπάρχουσες από τις οποίες συνάγονται, ενώ πρακτικά σε επίπεδο λόγου τις συγκροτούν ως αντικείμενο διαπίστωσης και παραδοχής ∙ συνεπώς, κάθε ισχυρισμός, κάθε λεκτική διατύπωση (κάθε λόγος) για το φύλο είναι ταυτόχρονα επιτελεστική[43]. Το Φύλο, λοιπόν, αποτελεί μια αυθαίρετη πολιτισμική σύμβαση, μια πολιτισμικά προσδιορισμένη κατασκευή, η οποία μέσω της συγκεκριμένης οροθέτησης και της συναφούς κοινωνικής της χρήσης καθίσταται κανονιστική, καθότι ορίζει και παράγει μια σειρά από εγκλεισμούς και αποκλεισμούς, συνιστά ένα σύστημα δυνατοτήτων γνώσης και δράσης. Έχει, λοιπόν, μια ρυθμιστική ισχύ, μια δύναμη να παράγει, δηλαδή να οροθετεί, να διαφοροποιεί, να θέτει σε κυκλοφορία και να σημασιοδοτεί, τα σώματα που ελέγχει. Μέσω της ρυθμιστικής, αποκλειστικής αυτής οροθέτησης το κανονιστικό πρότυπο του φύλο ορίζει, τουτέστιν επιβάλλει, με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο και τις ίδιες τις πρακτικές πραγμάτωσης, επιτέλεσής του, μέσω των οποίων επανεπιβεβαιώνεται. Η (επιβεβλημένη και ρυθμιστική[44]) επιτέλεση του φύλου μπορεί έτσι να νοηθεί ως μια επανεπιβεβαιωτική (του προτύπου) πρακτική ταύτισης με το κανονιστικό πρότυπο, μέσω της οποίας ο λόγος παράγει τα αποτελέσματα που ονοματίζει, δηλαδή υλικοποιεί το φύλο, επιτελεί την πρακτική σήμανση, κυκλοφορία, τεχνουργία και χρήση του σώματος κατά το κανονιστικό ετεροφυλοφιλικό πρότυπο.

Το φύλο, όντας μια κανονιστική κατηγορία, ένα ρυθμιστικό σχήμα που ορίζει συγκεκριμένες δυνατότητες διανοήσιμων «σωματικών μορφοποιήσεων» και εφικτής «μορφολογικής παραγωγής»[45], έχει μια διαφοροποιητική λειτουργία, καθώς διακρίνει όχι μόνο το αρσενικό από το θηλυκό ως νόμιμες, συμβολικά κυρωμένες ταυτότητες, αλλά παράγει και διακρίνει αποκλειστικά και μια επικράτεια ενός αναγνωρισμένου, βιώσιμου τρόπου διαβίωσης εντός του πολιτισμικά διανοήσιμου, από μια επικράτεια μη βιωσιμότητας, μια αποκειμενοποιημένη ζώνη, εξωτερική και ορίζουσα των ορίων της επικράτειας του υποκειμένου, μια επικράτεια απαξιωμένων, συμβολικά υποτιμημένων προσδιορισμών και ταυτοτήτων εντός του πλαισίου της κοινωνικότητας[46]. Η χρήση από την Butler των δύο όρων «αποκλεισμός» και «αποκειμενοποίηση», για την περιγραφή της διαφορικής λειτουργίας της κοινωνικής και πολιτισμικής οργάνωσης που συγκροτεί την διαφορά ιεραρχικά, αναπαριστά (και ορίζεται από) δύο βασικές θεωρητικές προσλαμβάνουσες της θεωρίας της παραστασιακής επιτέλεσης. Η έννοια του αποκλεισμού αναφέρεται στην λειτουργία της κατασκευής που οροθετεί, παράγει συμβολικές συσχετίσεις – νόημα[47] και ορίζει συναφείς πρακτικές, ενώ η έννοια της αποκειμενοποίησης αναφέρεται στην μεταδομιστική θεώρηση, σύμφωνα με την οποία, επειδή το νόημα ενός σημείου εξαρτάται πάντα από την αντίθεση ή διάκρισή του από άλλα σημεία, η γλώσσα «στοιχειώνεται» από τα ίχνη των όρων που αποκλείει[48]. Ακολούθως, η κατασκευή του φύλου νοείται ως μια διαδικασία που λειτουργεί μέσω ενός συνόλου αποκλεισμών, που θεμελιώνουν (ασταθώς) το υποκείμενο και ορίζουν το νόημα του κόσμου, τα όρια του νοητού και του εφικτού[49], αλλά και αποκειμενοποιήσεων που παράγουν ένα «καταστατικό εξωτερικό» των ορίων του υποκειμένου, τα οποία στοιχειώνει ως επίμονη πιθανότητα διάσπασής τους, κι εντούτοις, εσωτερικό του υποκειμένου ως θεμελιώδης αποκήρυξή του[50]. Αυτή η πιθανότητα και δυνατότητα διάρρηξης της συγκροτημένης ταυτότητας βιώνεται υποκειμενικά – σύμφωνα με τις ψυχαναλυτικές αρχές της επιτελεστικής θεώρησης – ως απειλητική ψύχωση, ως απειλή διάλυσης της ακεραιότητάς του, που ταυτόχρονα προσδένει ένα υποκείμενο στην κανονιστικά, κοινωνικά συγκροτημένη του ταυτότητα αλλά και την αμφισβητεί. Στο σημείο αυτό η Butler εντοπίζει και την παραγωγική δύναμη του λόγου, που δρά, λειτουργεί ως εξουσία δυνάμει της επιμονής και της αστάθειάς του.[51]

Η αυθαιρεσία του επιβεβλημένου πολιτισμικού κανονιστικού προτύπου – σε συνάρτηση με μια αντιουσιοκρατική θεώρηση της ανθρώπινης «φύσης» – και η (μεταδομιστική) αναπόφευκτη αστάθεια και ατέλεια της επιτέλεσης του φύλου ορίζει την ανάγκη μιας επαναλαμβανόμενης και διαρκούς επιτέλεσης, μιας διαδικαστικής επιτελεστικής επανάληψης των κανονιστικών αξιώσεων του προτύπου, που συνιστά την διαδικασία υλικοποίησής του. Αυτή η διαδικασία επαναληπτικών επιτελέσεων του κανονιστικού προτύπου του φύλου πραγματώνεται μέσα στον χρόνο, είναι χρονική αλλά συσσωρευτική, δηλαδή τα ενεργήματα της επιτέλεσης συνιστούν μια επαναλαμβανόμενη επανεπιβεβαίωση του προτύπου, μια παραπομπή σε μια αλυσίδα πραγματωμένων ενεργημάτων, αλλά μια επανάληψη αποστερημένη της βιωθείσας χρονικότητας της επιτελεστικής πράξης, η οποία, λοιπόν, δεν νοείται, δεν βιώνεται ως επανάληψη («μια προσωρινή αποτυχία της μνήμης»[52]). Η διαδικασία της υλικοποίησης του φύλου, κατά την Butler, παγιώνεται, σταθεροποιείται μέσα στον χρόνο μέσω της επαναληπτικής συσσώρευσης των ενεργημάτων επανεπιβεβαίωσής του ∙ το ίδιο νοείται ως ιζηματικό αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, δια της οποίας φυσικοποιείται. Το συσσωρευμένο παρελθόν των ενεργημάτων επιτέλεσης που αποκρυσταλλώνουν το φύλο, ωστόσο, περιλαμβάνει τις αποκειμενοποιημένες, επίσης, ζώνες της κοινωνικότητας, όχι ως αισθητό συστατικό στοιχείο του ιζηματοποιημένου αποτελέσματος, αλλά εξίσου κρίσιμο για τον ορισμό του[53] και ως μια διαρκής πιθανότητα παραγωγικής κρίσης του κανονιστικού προτύπου.

Όπως και στην κοινωνική πραξεολογία του Bourdieu, έτσι και στην επιτελεστική θεώρηση της Butler, το κανονιστικό πρότυπο, οι αυθαίρετες συμβολικές κατηγορίες, ο κοινωνικός νόμος[54], έχουν γνωσιακή, εκ τούτου πολιτική, λειτουργία ∙ ορίζουν το πεδίο της ανθρώπινης ενσυνείδητης και προθετικής σκέψης και δράσης εντός των κοινωνικών συμβάσεων – και των δυνητικοτήτων που αυτές προσδιορίζουν – τις οποίες, έτσι, κυρώνουν συμβολικά ∙ νομιμοποιούν τόσο τις ίδιες, όσο και τους αποκλεισμούς και αποκειμενικότητες που παράγουν. Αυτή η κανονιστική γνωσιακή και πολιτική λειτουργία των συμβολικών προτύπων επιτυγχάνεται μέσω της απόκρυψης της ίδιας της κανονιστικής λειτουργίας τους, της αυθαιρεσίας και της ιστορικότητάς τους, μέσω της μεταμφίεσής τους από εξωτερικά επιβεβλημένο νόμο σε εσωτερικά βιωμένη αναγκαιότητα ∙ συνεπώς, μέσω της ιδιοποίησής τους (της εσωτερίκευσής τους κατά τον Bourdieu). Αυτή η ιδιοποίηση, αποτέλεσμα του βιώματος των ιστορικά πραγματωμένων, διαφοροποιημένων κατά φύλο κοινωνικών σχέσεων [55](ρυθμισμένη και ρυθμιστική υποκειμενοποίηση και εμφυλοποίηση η ίδια), εγκαθιστά μια εγγύτητα του νόμου προς το διαμορφούμενο υποκείμενο, που επιφέρει την ανάληψη ενός φύλου, μια διαδικασία ταύτισης με το κανονιστικό πρότυπο, μέσω της βίαιης παραγωγής των επιτελεστικών πρακτικών υλικοποίησής του και των αποκλεισμών και αποκειμενοποιήσεων που ορίζουν τα όρια του υποκειμένου (της συγκεκριμένης εκδοχής του ανθρώπινου). Η επιτελεστικότητα, λοιπόν, ως επανεπιβεβαιωτική δύναμη του λόγου, εγκαθιδρύει την επαναλαμβανόμενη υποκειμενική παραπομπή στον νόμο, παράγοντας τα αποτελέσματα που ορίζει και εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό τις προϋποθέσεις (ανα)παραγωγής του[56]. Το κανονιστικό πρότυπο καθίσταται, εγκαθιδρύεται ως τέτοιο μόνο στον βαθμό που γίνεται παραπομπή σε αυτό (μέσω των επανεπιβεβαιωτικών και παραπεμπτικών πρακτικών που το ίδιο επιβάλλει μέσω της ιδιοποίησής του) ως εκείνο που προηγείται της παραπομπής του[57].

Η Butler, επομένως (όπως κι ο Bourdieu), θεωρεί πως τα υποκείμενα καθίστανται τα ίδια συνένοχα[58] στην υποτέλειά τους, καθότι συγκροτούνται ως τέτοια, προσκτούν το Είναι τους, μέσω μιας επιβεβλημένης παραπομπής και επανεπιβεβαίωσης της εξουσίας, ως παραγωγικό αποτέλεσμα της ίδιας της εξουσίας. Ως πολική αντίστασης, βάσει της θεώρησή της, προτείνει μια πολιτική όχι της ταυτότητας, αλλά της αποταύτισης, της αξιοποίησης της αναπόφευκτης αστάθειας του κανονιστικού παραδείγματος – που αποτελεί συνθήκη του τρόπου συγκρότησης της ταυτότητας – ως πόρου σε έναν συμβολικό αγώνα για τον προσδιορισμό των σωμάτων που έχουν σημασία (bodies that matter), δηλαδή αξία, που είναι κοινωνικά αναγνωρισμένα και συμβολικά κυρωμένα ως νόμιμες αναπαραστάσεις και πραγματώσεις του «ανθρώπινου»[59].

Από την σκοπιά της πραξιακής θεώρησης, θα μπορούσε να ασκηθεί η κριτική πως η Butler, αν και εντοπίζει την «κυκλική αιτιότητα» ως συνθήκη της ισχύος του κοινωνικού νόμου, δεν θεωρητικοποιεί (ή δεν θεωρητικοποιεί αποτελεσματικά) τις κοινωνικές συνθήκες αυτής της κυκλικής αιτιότητας, της διυποκειμενικότητας, δηλαδή, των συμβολικών κανονιστικών κατηγοριών. Ενώ επικαλείται τις συγκροτημένες κοινωνικές συνθήκες ως μήτρα της υποκειμενοποίησης, της ιδιοποίησης των συμβολικών προτύπων, δεν αντιμετωπίζει επαρκώς το ζήτημα της συγκρότησης των ίδιων των κοινωνικών σχέσεων μέσα από τις υποκειμενικές δράσεις κι αυτό γιατί, λόγω της υποκειμενιστικής, ψυχαναλυτικής της προσέγγισης, η επιτελεστικότητα των κανονιστικών προτύπων νοείται και αναπαριστάται αυτοαναφορικά προς το υποκείμενο και τον εσωτερικευμένο κοινωνικό νόμο, δηλαδή δεν συλλαμβάνει την αντικειμενοποιητική δράση και λειτουργία της επιτέλεσης, της συγκρότησης του κοινωνικού μέσω αυτών των εξαντικειμενικευτικών δράσεων. Στα πλαίσια της επιτελεστικής θεώρησης μια τέτοια σύλληψη θα παρείχε προβλήματα, καθώς υποκειμενικά – ψυχικά εξεταζόμενο, το ιζηματοποιημένο αποτέλεσμα των συσσωρευτικών παραπεμπτικών στο πρότυπο πρακτικών[60] μπορεί να θεωρηθεί πως περιλαμβάνει, για το ίδιο το υποκείμενο, τους αποκλεισμένους και αποκειμενοποιημένους τόπους της υποκειμενικότητας, αλλά θεωρούμενη ως αντικειμενοποιητική, θα προϋπέθετε την εξαντικειμενίκευση του πραγματωμένου φύλου σύμφωνα με το πρότυπο και στην περίπτωση αυτή το «αποκειμενοποιημένο» θα αποβαλλόταν. Ωστόσο αυτή είναι μια αδυναμία που εντοπίζεται στο ίδιο το θεωρητικό παράδειγμα της Butler, καθώς στην πραξιακή θεωρία του Bourdieu δεν υφίσταται αυτή η «κάθετη» υλικοποίηση, πραγμάτωση των συμβολικών κατηγοριών[61], αλλά αυτά τα ίδια τα νοητικά και πρακτικά σχήματα αναδομούνται, αναδιαρθρώνονται διαρκώς μέσω της εφαρμογής τους στο πεδίο του κοινωνικού, το οποίο συγκροτείται επίσης από τις ιστορικά μοναδικές πρακτικά και νοηματικά δράσεις των άλλων κοινωνικών υποκειμένων, οι οποίες νοούνται ως συσχετιστικά κοινωνικά οργανωνόμενες[62]. Έτσι παράγονται αποκλίσεις, τόσο μεταξύ κοινωνικών ομάδων, όσο και μεταξύ ατομικών υποκειμένων εντός των κοινωνικών ομάδων και αυτή η δομική απόκλιση, ο διαρκής μετασχηματισμός και οι αντιπαραθέσεις των ομάδων συγκροτούν τις πιθανότητες και τις δυνατότητες αναδιάρθρωσης του κόσμου. Το παράδειγμα αυτό, επίσης, επιτρέπει την περίπτωση του μετασχηματισμού των «κανονιστικών προτύπων», αλλά με την συνολική διατήρηση των κοινωνικών συσχετισμών και σχέσεων εξουσίας, της ανάπλασης των νοητικών δομών μέσα και ως μέσο μιας δυναμικής ολικής ανάπλασης των κοινωνικών σχέσεων. Συνεπώς, το θεωρητικό παράδειγμα της παραστασιακής επιτέλεσης, ενώ ενσωματώνει την ιστορική, χρονική διάσταση, αποτυγχάνει να καταστεί ιστορικό, να ενσωματώσει δηλαδή την ιστορική οπτική εξέτασης στην συστημική του πραγμάτευση και την διαλεκτική υποκειμένου και κοινωνίας.

4. Βιβλιογραφία

– R. Audi (επιμ.), “Hermeneutics”, “Naturalistic Epistemology”, “Social Constructivism” The Cambridge Dictionary of Philosophy2, Cambridge University Press, Cambridge 1999, σελ. 377-8, 598, 855.

P. Bourdieu, Η ανδρική κυριαρχία, μτφ. Ε. Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007, σελ. 29-108.

v P. Bourdieu, Outline of a Theory of Practice, ανατ. 21η, μτφ. R. Nice, Cambridge University Press, Cambridge 2007.

v P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, ανατ. 2η, Polity Press, Cambridge 2007.

v P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, μτφ. – επιμ. Θ. Παραδέλλης, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006.

v P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, ανατ. 3η, Polity Press, Cambridge 2005.

v P. Erickson, L. Murphy, Ιστορία της ανθρωπολογικής σκέψης, μτφ. Φ. Μπούμπουλη, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2002, σελ. 182-208.

v J. Butler, “Imitation and Gender Insubordination”, Τhe Lesbian and Gay Studies Reader, επιμ. Η. Abelove, M.A. Barale, D.M. Halperin, εκδ. Routledge, New York 1993, σελ. 307-32.

v J. Butler, «Σώματα που έχουν σημασία: σχετικά με τα όρια του ‘φύλου’ σε επίπεδο λόγου», Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, επιμ. Δ. Μακρυνιώτη, εκδ. Νήσος, Αθήνα 2004, σελ. 181-204.

v C. MacCormack, “Nature, culture and gender: a critique”, Nature, Culture and Society, επιμ. C. MacCormack, M. Strathern, ανατ. 5η, Cambridge University Press, Cambridge 1980, σελ. 1-24.

v Ch. de Montlibert, Εισαγωγή στην Κοινωνιολογική Συλλογιστική, μτφ. Κ. Διαμαντάκου, εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου-Καρδαμίτσα, Αθήνα 1998, σελ. 161-282.

v H. Moore, “Whatever Happened to Women and Men? Gender and other Crises in Anthropology”, Anthropological Theory Today, επιμ. H. Moore, Polity Press, London 1999, σελ. 151-171.

v L. Nicholson, “Interpreting Gender”, Sings, τ. 20, ν.1, Φθινόπωρο 1994, σελ. 79-105.

v S. Ortner, “Theory in Anthropology since the Sixties”, Comparative Studies in Society and History, vol. 26 (1), 1984, σελ. 126-166.

v S. Ortner, «Είναι το θηλυκό για το αρσενικό ό,τι η φύση για τον πολιτισμό;», Ανθρωπολογία, Γυναίκες και Φύλο, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, σελ. 75-108.

v M. Philp, “Michel Foucault”, Μετά τον Εμπειρισμό: Φιλοσοφία και σύγχρονες θεωρητικές αναζητήσεις στις επιστήμες του ανθρώπου, επιμ. Q.Skinner, μτφ. Χρ. Μαρσέλλος & Κ. Χατζής (The Return of Grand Theory), εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 2006, σελ. 97-119.

v R. Scruton, «Η Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία από τον Fichte στον Sartre», Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, επιμ. A. Kenny, μτφ. Ρισσάκη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2005, σελ. 267-326.

v W. Sewell, “A Theory of Structure: Duality, Agency and Transformation”, Logics of History: Social Theory and Social Transformation, University of Chicago Press, Chicago 2005, σελ. 175-196.

v W. Sewell, “The Concept(s) of Culture”, Beyond the Cultural Turn, επιμ. Victoria E.Bonnell & L.Hunt, University of California Press, Berkeley 1999, σελ. 35-61.

v Α. Αθανασίου, «Gender Trouble: Η φεμινιστική θεωρία και πολιτική μετά την αποδόμηση της ταυτότητας», Σύγχρονα Θέματα, τ. 64, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2006, σελ. 62-71.

v Α. Μπακαλάκη, «Από την ανθρωπολογία των γυναικών στην ανθρωπολογία των φύλων», Ανθρωπολογία, Γυναίκες και Φύλο, επιμ. Α. Μπακαλάκη, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, σελ. 13-74.

v Α. Μπακαλάκη, «Εκδοχές της έννοιας του Πολιτισμού στην Ανθρωπολογία», Σύγχρονα Θέματα, σελ. 55-68.

v Ε. Παπαταξιάρχης, «Περί Πολιτισμικής Κατασκευής της Ταυτότητας», Τοπικά Β΄: Περί Κατασκευής, Αθήνα 1996, σελ. 197-216.

v Ε. Παπαταξιάρχης, «Το Φύλο στην Ανθρωπολογία (και την Ιστοριογραφία): Ορισμένες Γνωστικές και Μεθοδολογικές Προεκτάσεις», Μνήμων, τ. 19, Αθήνα 1997, σελ. 201-210.

 

 


[1] Βλ: Ε. Παπαταξιάρχης, «Περί Πολιτισμικής Κατασκευής της Ταυτότητας», Τοπικά Β΄: Περί Κατασκευής, σελ. 197-216.

[2] Η συμβολική ανθρωπολογία μπορεί με τον τρόπο αυτό να τοποθετηθεί εντός μιας παράδοσης ερμηνευτικής ανάλυσης που ξεκινάει από τον Schleiermacher τον 18ο και συνεχίζεται με τον (νεοκαντιανισμό του) Dilthey τον 19ο αιώνα και τον Husserl τον 20ο. Βλ: R. Scruton, «Η Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία από τον Fichte στον Sartre», Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, σελ. 314-5.

[3] Ε. Παπαταξιάρχης, «Περί Πολιτισμικής Κατασκευής της Ταυτότητας», σελ. 205.

[4] Α. Μπακαλάκη, «Εκδοχές της έννοιας του Πολιτισμού στην Ανθρωπολογία», Σύγχρονα Θέματα, σελ. 62-63. P. Erickson, L. Murphy, Ιστορία της ανθρωπολογικής σκέψης, σελ. 190-196.

[5] Α. Μπακαλάκη, «Από την ανθρωπολογία των γυναικών στην ανθρωπολογία των φύλων», Ανθρωπολογία, Γυναίκες και Φύλο, σελ. 13-74.

[6] Ε. Παπαταξιάρχης, «Περί Πολιτισμικής Κατασκευής της Ταυτότητας», σελ. 204.

[7] Α. Μπακαλάκη, «Από την ανθρωπολογία των γυναικών στην ανθρωπολογία των φύλων», σελ. 33. Υιοθετώντας με τον τρόπο αυτό και ένα βιολογικό, φυσιολογικό ταξινομικό λεξιλόγιο και υιοθετώντας μια διπολική, διμορφική οπτική.

[8] Α. Αθανασίου, «Gender Trouble: Η φεμινιστική θεωρία και πολιτική μετά την αποδόμηση της ταυτότητας», Σύγχρονα Θέματα, τ. 64, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2006, σελ. 63-64.

[9] Α. Μπακαλάκη, «Από την ανθρωπολογία των γυναικών στην ανθρωπολογία των φύλων», σελ. 36.

[10] Οι φεμινίστριες ανθρωπολόγοι που υποστήριζαν πως η υποτέλεια της γυναίκας είναι οικουμενική (αλλά όχι κατά φυσικό, δεδομένο τρόπο), είχαν συνδέσει όψεις της αναπαραγωγικής λειτουργίας με κοινωνικούς ρόλους, που όριζαν κάποιες «δυνητικότητες» ταύτισης της γυναίκας με τη φύση και τον οικιακό χώρο, αλλά επεσήμαιναν πως η αξιολόγηση του ρόλων αυτών, η πολιτισμική τους πρόσληψη αλλά και η νοηματοδότηση των ίδιων των βιολογικών διαφορών εξαρτώνται από τις αυθαίρετες συσχετιζόμενες πολιτισμικές κατηγορίες μέσω των ταξινομούνται και ερμηνεύονται. Βλ: Α. Μπακαλάκη, «Από την ανθρωπολογία των γυναικών στην ανθρωπολογία των φύλων», σελ. 17-24. Μια πιο αμφισβητούμενη, ωστόσο, ερμηνεία δόθηκε από την S. Ortner, η οποία στη βάση μιας «φυσικής» θεωρίας της σημαντικής προσπάθησε να θεμελιώσει διαπολιτισμικά όχι μόνο την ύπαρξη της αντίστιξης φύση/πολιτισμός, αλλά και ένα συγκεκριμένο περιεχόμενό της. S. Ortner, «Είναι το θηλυκό για το αρσενικό ό,τι η φύση για τον πολιτισμό;», Ανθρωπολογία, Γυναίκες και Φύλο, σελ. 75-108 και υποσημ. 5, σελ. 90. Για μια κριτική βιολογικού αναγωγισμού σε βάρος της Ortner βλ: C. MacCormack, “Nature, culture and gender: a critique”, Nature, Culture and Society, σελ. 1-24.

[11] H. Moore, “Whatever Happened to Women and Men? Gender and other Crises in Anthropology”, Anthropological Theory Today, σελ. 151-2.

[12] Όπ.π. σελ. 152.

[13] Όπ.π. σελ. 153.

[14] Ε. Παπαταξιάρχης, «Περί Πολιτισμικής Κατασκευής της Ταυτότητας», σελ. 204.

[15] L. Nicholson, “Interpreting Gender”, Sings, τ. 20, ν.1, 1994, σελ. 79-105.

[16] H. Moore, “Whatever Happened to Women and Men? Gender and other Crises in Anthropology”, σελ. 153-4.

[17] Με τον τρόπο αυτό το «βιολογικό φύλο» απορροφάται από το «κοινωνικό φύλο». Ως προς το ζήτημα της ύπαρξης διαφορετικών βιολογικά σωμάτων και της θεωρητικής επεξεργασίας του η Nicholson προτείνει αυτές οι επικαλούμενες διαφορές να μελετηθούν ως προς τον τρόπο που προκύπτουν, εκφέρονται και κατασκευάζονται κοινωνικά σε διαφορετικά ιστορικά και κοινωνικά συμφραζόμενα και συνεπώς πως δεν πρέπει η κατηγορία «γυναίκα» και «άνδρας» να χρησιμοποιούνται περιγραφικά. L. Nicholson, “Interpreting Gender”, Sings, τ. 20, ν.1, 1994, σελ. 79-105.

[18] Όπως επισημαίνει ο Bourdieu (κατά τον Lukacs), η αυτονόμηση του οικονομικού πεδίου και της οικονομικής σκέψης από το σύνολο των μη-οικονομικών νοημάτων και σχέσεων στο οποίο ήταν εμβαπτισμένη αποτέλεσε και παρείχε την ιστορική συνθήκη για τη συγκρότηση επιστημονικών πειθαρχιών, όπως η πολιτική οικονομία, που σημαίνει ότι υπάρχουν ιστορικές-κοινωνικές συνθήκες που προσδιορίζουν τις δυνατότητες μιας επιστήμης και αναιρούν την παραδοχή της αντικειμενικής, καθολικής και «καθαρής» θεωρίας. Βλ: P. Bourdieu, “The Economy of Symbolic Goods”, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σημ. 10, σελ. 122.

[19] Στην πραγμάτευση αυτή δεν θα παρουσιαστούν, παρά μόνο διευκρινιστικά, λεπτομέρειες από τα εθνογραφικά δεδομένα που παρέχει ο Bourdieu για την κοινωνία των Καβύλων.

[20] Στο οποίο συναιρούνται η διαφορικά κατασκευασμένη βιολογική ανατομία, η σεξουαλικότητα, η κοινωνική και ιδιωτική χρήση και τοπολογία του σώματος και οι έμφυλοι ρόλοι στις σεξουαλικές, κοινωνικές, συγγενικές και παραγωγικές-οικονομικές σχέσεις.

[21] Βλ: P. Bourdieu, Η ανδρική κυριαρχία, σελ. 46.

[22] Όπ.π. σελ. 41.

[23] Με τον τρόπο αυτό ορίζεται και η σχετική αυτονομία του πολιτισμού, ως συστήματος συμβόλων και σημασιών, από κάθε επιμέρους πεδίο κοινωνικών σχέσεων, συνεπώς, και η διακριτή δομική ισχύ του. Επίσης, κάθε συμβολική συσχέτιση και κάθε νοητική πράξη συσχέτισης και συνειρμικής σύνδεσης μπορεί να νοηθεί ως συνθετική (σε αντίθεση με την αναλυτική) κρίση. Ως προς την μεταφορική και μετωνυμική σύνδεση των συμβολικών δυαδικά οργανωμένων κατηγοριών βλ: C. MacCormack, “Nature, culture and gender: a critique”, Nature, Culture and Society, σελ. 1-24.

[24] P. Bourdieu, Η ανδρική κυριαρχία, σελ. 48-49.

[25] Που με τη σειρά του (ανα)παράγει διαφορικά υλικά και συμβολικά οφέλη για τις δύο αυτές κοινωνικές κατηγορίες.

[26] Η θεώρηση του κόσμου που είναι οργανωμένη σύμφωνα με τη διαίρεση σε σχεσιακά γένη, καθιστά την κατασκευασμένη διαφορά των βιολογικών σωμάτων αντικειμενικό θεμέλιο της διαφοράς των φύλων. Ο ανδροκρατικός λόγος, λοιπόν, νομιμοποιεί μια σχέση κυριαρχίας εγγράφοντάς την στη φύση, η οποία φύση αποτελεί η ίδια μια φυσικοποιημένη κατασκευή. P. Bourdieu, Η ανδρική κυριαρχία, σελ. 45, 63-64.

[27] Αυθαίρετα αποκλείοντας «όλες τις δυνητικότητες που είναι βιολογικά εγγεγραμμένες στην «διεστραμμένα πολυμορφική διάθεση», που κατά τον Freud χαρακτηρίζει το παιδί στα πρώτα χρόνια της ζωής του». Όπ.π. σελ. 64.

[28] Όπ.π. σελ. 66-69.

[29] Αυτή η παιδαγωγική δράση έμφυλης διαμόρφωσης που παράγει κοινωνικώς διαφοροποιημένα και διαφορικώς κοινωνικοποιημένα έμφυλα υποκείμενα, κατά τον Bourdieu, εν μέρει μόνο έχει ένα συνειδητό, σκόπιμο χαρακτήρα –η ίδια η σκοπιμότητα, προθετικότητα εδώ πρέπει να νοείται με όρους προδιάθεσης (βλ: κεφ. 2 της παρούσης εργασίας, καθώς και υποσημ. 53)- πρωτίστως αποτελεί λειτουργία, αποτέλεσμα μιας κοινωνικής τάξης καθολικά δομημένης σύμφωνα με ορισμένες αρχές διαίρεσης και θεώρησης, που καθιστά τις ίδιες τις δράσεις και τα σχέδια των παιδαγωγών κοινωνικά προδιατεθειμένα.

[30] Όπ.π. σελ, 44.

[31] Με τρόπο ώστε η εμφυλοποίηση να συνιστά όψη, διαδικασία και μέρος της διαδικασίας υποκειμενοποίησης, της κοινωνικής παραγωγής του υποκειμένου.

[32] Η οποία συνιστά ταυτόχρονα το αναγκαίο θεμέλιο της κοινωνικής έμφυλης κυριαρχίας, καθώς και της δοξικής εμπειρίας, της πρωτογενούς σχέσης οικειότητας με τον κόσμο, που καθίσταται δυνατή μέσω του αντικειμενικού συντονισμού των δρώντων υποκειμένων να αναφέρονται στη διαδικασία κωδικοποίησης και αποκωδικοποίησης του κόσμου στο ίδιο και το αυτό σύστημα σημειωτικών σχέσεων. P. Bourdieu, Η ανδρική κυριαρχία, σελ. 42. P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 45.

[33] P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 100-101. Ο Bourdieu περιγράφει ως «ασυνείδητες» κατηγορίες ανδροκεντρισμού εκείνες που δεν αναγνωρίζονται ως τέτοιες, δηλαδή ως προϊόν συμβολικής βίας, πως έχουν, δηλαδή, παραχθεί από ένα συγκεκριμένο διαφορικά-ιεραρχικά προσδιορισμένο σημείο θέασης του κοινωνικού κόσμου. P. Bourdieu, Η ανδρική κυριαρχία, σελ. 38. Σε αντίθεση με ψυχαναλυτικές θεωρίες, ο Bourdieu δεν φαίνεται να παραδέχεται την ύπαρξη ενός ασυνειδήτου, ως ψυχικού τόπου απωθημένων επιθυμιών, ορμών, τις οποίες λογοκρίνει το συνειδητό. Ταυτόχρονα απορρίπτει μια φαινομενολογική ή θετικιστική συνειδησιακή έμφαση ως προς τους σκοπούς, τις επιθυμίες ή το περιεχόμενο, τις μορφές και τα ενεργήματα μιας διάνοιας ή ενός ορθού λόγου, που στην περίπτωση αυτής της συμβολικής βίας αναγκάζεται να υποθέσει μια «διπλή συνείδηση» γνώσης και απώθησης μιας αντικειμενικής αλήθειας. Η προθετικότητα, η γνώση και η παραγνώριση για τον Bourdieu συλλαμβάνονται μέσω μιας κοινωνικής φιλοσοφίας «κεκτημένων προδιαθέσεων» (της προδιατεθειμένης συμπεριφοράς), εσωτερικευμένων κοινωνικών κανονικοτήτων και αντικειμενικά προσδιορισμένης φαινομενολογικής οικειότητας με τον κόσμο, μιας «πρακτικής αίσθησης», προϊόν της οντολογικής συνέργειας, της αμοιβαίας κατοχής υποκειμένου και αντικειμενικού κόσμου. Αυτή η κοινωνική ευαισθησία, σε συνάφεια με τη πολιτισμική και κοινωνική συγκρότηση του υποκειμένου και τα όρια που αυτή επιβάλλει, τού επιτρέπει να αναγνωρίζει επιθυμητές εκβάσεις και ερεθίσματα στις διάφορες «σφαίρες παιγνίου» των κοινωνικών χώρων και να κινητοποιείται, να ανταποκρίνεται προθετικά, χωρίς ενσυνείδητο εντοπισμό στόχων και αναστοχαστική, θεωρητικά ορθολογική επιλογή πορείας δράσης και συμπεριφοράς, όντας συναρμοσμένο στο σύμπαν των αντικειμενικών σημασιών, από το ίδιο το γεγονός της κοινωνικής τους ύπαρξης. Με τον ίδιο τρόπο, λοιπόν, που συναιρούνται η ποιητική και τελική αιτία, αίτιο και αιτιατό, υποκείμενο και αντικείμενο, ενοποιείται και το συνειδητό με το ασυνείδητο στην έννοια της κοινωνικά συγκροτημένης προδιάθεσης, γνωστικής, αξιολογικής, κινητήριας, πολιτικής και επικοινωνιακής. Βλ: P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 96-97, P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 97-98.

[34] P. Bourdieu, Η ανδρική κυριαρχία, σελ. 75.

[35] Όπ.π. σελ. 77-78.

[36] P. Bourdieu, Η ανδρική κυριαρχία, σελ. 49-50.

[37] Βλ: P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 43-86. P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σελ. 7-11.

[38] J. Butler, «Σώματα που έχουν σημασία: σχετικά με τα όρια του ‘φύλου’ σε επίπεδο λόγου», σελ. 187-191.

[39] W. Sewell, “The Concept(s) of Culture”, σελ. 49-50.

[40] R. Scruton, «Η Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία από τον Fichte στον Sartre», Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, σελ. 313-318.

[41] R. Audi (επιμ.), “Social Constructivism” The Cambridge Dictionary of Philosophy2, σελ. 855.

Στην ίδια κατηγορία η Butler περιλαμβάνει και εκείνες τις δομιστικές προσεγγίσεις, οι οποίες αναγνωρίζοντας την επικαθοριστική ισχύ των «βαθέων δομών» του Πολιτισμού, της Γλώσσας, της Εξουσίας, ενώ προσλαμβάνουν αρνητικά την ανθρώπινη δράση και σκέψη ως «διενέργεια κανόνων άνωθεν ορισμένων» (P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σελ. 10), διατηρούν την γραμματική και μεταφυσική θέση του υποκειμένου, προσωποποιώντας τις δομές αυτές. J. Butler, «Σώματα που έχουν σημασία: σχετικά με τα όρια του ‘φύλου’ σε επίπεδο λόγου», σελ. 190-191.

Ακόμη, η Butler στρέφεται ενάντια στην πρότερη κονστρουκτιβιστική θεώρηση του φύλου ως την πολιτισμική κατασκευή του βιολογικού φύλου, αναγιγνώσκοντας σ’ αυτήν έναν μετασχηματισμό (C. MacCormack, “Nature, culture and gender: a critique”, σελ. 1-24) των δυαδικών αντιστίξεων πολιτισμός/φύση, άνδρας/γυναίκα, ενεργητικό/παθητικό, δηλαδή ως έναν κατεξοχήν ανδροκρατικό λόγο. J. Butler, «Σώματα που έχουν σημασία: σχετικά με τα όρια του ‘φύλου’ σε επίπεδο λόγου», σελ. 185-186. Α. Αθανασίου, «Gender Trouble: Η φεμινιστική θεωρία και πολιτική μετά την αποδόμηση της ταυτότητας», σελ. 64.

[42] Μια διαδικασία υποκειμενοποίησης και εμφυλοποίησης, όπου το Υποκείμενο του κοινωνικού φύλου συγκροτείται μέσω της υποκειμενοποίησης του Κοινωνικού Φύλου. J. Butler, «Σώματα που έχουν σημασία: σχετικά με τα όρια του ‘φύλου’ σε επίπεδο λόγου», σελ. 188-189.

[43] Δεν διαμορφώνει εξαντλητικά, δεν δημιουργεί το σώμα, αλλά αποτελεί μια περαιτέρω διαμόρφωσή του. Όπ.π. σελ. 181-2, 192-3.

[44] «Ρυθμισμένη» και «ρυθμιστική», κατά το διττό λεξιλόγιο ενέργειας και πάθους, σύνθεσης και υπέρβασης των αντιθέτων κατά τον Bourdieu.

[45] Όπ.π. σελ. 196-197.

[46] Όπ.π. σελ. 183-184, σημ. 2, σελ. 200.

[47] Ε. Παπαταξιάρχης, «Περί Πολιτισμικής Κατασκευής της Ταυτότητας», σελ. 198.

[48] Θέση από την οποία πηγάζει και η αντίθεση της Butler προς τον γλωσσολογικό κονστρουκτιβισμό, ο οποίος καταφάσκει μια εξαντλητική παραγωγική δύναμη του λόγου. W. Sewell, “The Concept(s) of Culture”, σελ. 50. Μια άποψη σύμφωνη με την συσχετιστική (δομιστικής προέλευσης) προσέγγιση του Bourdieu. Βλ: P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σημ. 27, σελ. 15. P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 13-14. P. Bourdieu, “Social Space and Symbolic Space”, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 1-13, ιδιαίτερα σελ. 6.

[49] J. Butler, “Imitation and Gender Insubordination”, Τhe Lesbian and Gay Studies Reader, σελ. 310-312.

[50] J. Butler, «Σώματα που έχουν σημασία: σχετικά με τα όρια του ‘φύλου’ σε επίπεδο λόγου», σελ. 184, 190.

[51] Όπ.π. σελ. 191.

[52] Όπ.π. σελ. 192, σημ. 7, σελ. 200.

[53] Με τον τρόπο αυτό η Butler καταφάσκει πως στον κύκλο ζωής ενός ατόμου το φύλο σταδιακά παγιώνεται, αλλά διατηρεί το μεταδομιστικό πρόταγμα της «εγγενούς» αστάθειας της συγκροτημένης ταυτότητας, συνεπώς και την πιθανότητα και δυνατότητα διάρρηξής της, εντάσσοντας ως συστατικό στοιχείο του αποκρυσταλλωνόμενου αποτελέσματος την θεμελιώδη αποκήρυξή του. J. Butler, «Σώματα που έχουν σημασία: σχετικά με τα όρια του ‘φύλου’ σε επίπεδο λόγου», σελ. 192, σημ. 8, σελ. 200-202.

[54] P. Bourdieu, Η ανδρική κυριαρχία, σελ. 49.

[55] «Το υποκείμενο αναδύεται μέσα στη μήτρα και ως μήτρα των σχέσεων του κοινωνικού φύλου». J. Butler, «Σώματα που έχουν σημασία: σχετικά με τα όρια του ‘φύλου’ σε επίπεδο λόγου», σελ. 188-189.

[56] Όπως θα έλεγε ο Bourdieu, την συμφωνία μεταξύ αντικειμενικών και κοινωνικών δομών. Η αρχή της (ανα)παραγωγής ή της κρίσης της πεποίθησης για την δεδομένη υλικότητα των έμφυλων σωμάτων, εντοπίζεται στην κρίση ή την αναπαραγωγή της ίδιας της πεποίθησης, δηλαδή στην συνέχεια ή την διακοπή της σύμπτωσης νοητικών και κοινωνικών δομών, που εξασφαλίζεται από την ιδιοποίηση του νόμου και την παραγωγή των αποτελεσμάτων που ορίζει. Βλ: P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 121-122.

[57] J. Butler, “Imitation and Gender Insubordination”, σελ. 312. J. Butler, «Σώματα που έχουν σημασία: σχετικά με τα όρια του ‘φύλου’ σε επίπεδο λόγου», σελ. 195-197.

[58] J. Butler, “Imitation and Gender Insubordination”, σελ. 310.

[59] J. Butler, «Σώματα που έχουν σημασία: σχετικά με τα όρια του ‘φύλου’ σε επίπεδο λόγου», σελ. 184-185.

[60] Οι ίδιες αυτές οι πρακτικές νοούνται πρώτιστα ως λογοθετικές, εγκαθιδρύοντας μια κάθετη και μονομερή σύνδεση λόγου/κοινωνικής δράσης, συμβολικών προτύπων/κοινωνικής πρακτικής.

[61] Η ίδια η χρήση του όρου «κανονιστικού προτύπου» από την Butler δημιουργεί περιορισμούς. Στο άρθρο της Imitation and Gender Insubordination” η Butler ισχυρίζεται πως η επιτελεστικότητα του φύλου δεν παράγει ποτέ μια ταυτότητα ταυτόσημη με τον εαυτό της σε κάθε στιγμή ούτε ταυτόσημη με το φαντασιακό της πρότυπο, συνεπώς, υπάρχει πάντα μια εκτόπιση και μετατόπιση του Εγώ (σελ. 312-313, 315-317), αλλά πέρα από το λογοθετικό αποτέλεσμα του ίδιου της του λόγου περί «μίμησης μιμήσεως» και την μεγαλύτερη ή μικρότερη πρόθεση του αναγνώστη να κυρώσει θετικά ή αρνητικά την συγκροτημένη παρατήρηση, δεν φαίνεται να θεωρητικοποιούνται οι συνθήκες αυτής της μετατόπισης του προτύπου, πέραν της μεγαλύτερης ή μικρότερης επιτυχίας πραγμάτωσής του και της μεταδομιστικής αναγκαιότητας της ατελούς του επιτέλεσης.

[62] Ενώ, αντίθετα, η Butler επικεντρώνεται στην πιθανότητα, δυνατότητα αποσταθεροποίησης των κανονιστικών προτύπων, κι όχι της δυναμικής αναδιάρθρωσής τους στα πλαίσια μετασχηματιζόμενων και αναπαραγόμενων συνάμα σχέσεων εξουσίας.

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Το φύλο στην θεωρία της πρακτικής και την θεωρία της παραστασιακής επιτέλεσης: Bourdieu και Butler, συνάφειες και αποκλίσεις”

  1. Phevos said

    ευχαριστούμε, τροφή για σκέψη. καίτοι δύσπεπτη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: