Κοινωνική Πραξεολογία

Ανθρωπολογία, Κοινωνιολογία, Φιλοσοφία, Πολιτική

Πολιτισμός, κοινωνικές σχέσεις και συναισθήματα

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Ιανουαρίου 31, 2009

Ο δυτικός φιλοσοφικός, ψυχολογικός και βιολογικός λόγος για τα συναισθήματα, με τις παραδοχές του οποίου ήρθε αντιμέτωπη η ανθρωπολογική διερεύνησή τους, προσδιορίζεται καθοριστικά από τις πολιτισμικά σχετικές συμβολικές αντιθέσεις φύσης-πολιτισμού, σωματικού-νοητικού, συναισθηματικού-ορθολογικού/γνωσιακού, εσωτερικού/βιωματικού-εξωτερικού/κοινωνικού[1], καθώς και από μια συναφή οντολογική-ουσιοκρατική προσέγγιση του ερευνητικού του αντικειμένου. Σύμφωνα με το θετικιστικό επιστημολογικό υπόβαθρο των παραδοσιακών θεωριών των συναισθημάτων, τα τελευταία νοούνται ως ψυχοβιολογικές διαδικασίες, φυσιολογικά προσδιορισμένες ψυχολογικές καταστάσεις, ως αισθήματα ή τύποι εμπειριών που περιλαμβάνουν ένα προσδιοριστικό σωματικό, βιολογικό στοιχείο[2]. Βάσει αυτής της εννοιολόγησης, το συναισθηματικό λεξιλόγιο, οι λέξεις των συναισθημάτων δεν συνιστούν παρά ονόματα αντικειμενικά, οντολογικά προσδιορίσιμων και διακριτών αισθημάτων[3] που υπάρχουν ανεξάρτητα από τους διαθέσιμους γλωσσικούς όρους που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να τα προσδιορίσουν, με μόνη λειτουργία την έκφραση και επικοινωνία (καθώς και την συμπερασματική αναφορά) μιας εσωτερικής κατάστασης. Εφόσον τα συναισθήματα θεμελιώνονται στο αίσθημα, στην «παθητική εντύπωση» των φυσιολογικών διεργασιών[4], καθίστανται αξιωματικώς «ιδιωτικά», βιωματικά και υποκειμενικά, ορίζοντας μια υποκειμενιστική -ενδοσκοπική- προσέγγιση ως επιστημονικά κατάλληλη μέθοδο για την μελέτη τους, και παράλληλα αποκλείουν εν πολλοίς τους ιστορικούς πολιτισμικούς και κοινωνικούς προσδιορισμούς τόσο από την συγκρότηση και εννοιολόγηση των συναισθημάτων, όσο και από τις περιστάσεις παραγωγής και έκφρασής τους, ως εκ τούτου και από την εξήγησή τους[5]. Ως φυσιολογικές και «φυσικές» στον άνθρωπο – ως βιολογικό ον, ως οργανισμό – πρωτογενείς αποκρίσεις σε δεδομένες συνθήκες, τα συναισθήματα όχι μόνο δεν προϋποθέτουν μια ορισμένη πολιτισμική και κοινωνική διαμεσολάβηση για την παραγωγή και την εξατομίκευσή τους σε πολιτισμικώς και κοινωνικώς συγκροτημένα και κατάλληλα συμφραζόμενα (συνεπώς και συναφείς «γνωσιακές» πράξεις), αλλά μέσω της δραστικότητας του βιώματός τους, της «συγκίνησης» που επιφέρουν στον παθητικό τους δέκτη, τα συναισθήματα φαίνονται να επιδρούν δυναμικά στην υποκειμενική σκέψη και συμπεριφορά, επομένως και στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων[6]. Η παραδοσιακή, λοιπόν, θεώρηση των συναισθημάτων θέτει καθολικές, οικουμενικές αξιώσεις για τις διακριτές μορφές συναισθημάτων, το ειδικό τους περιεχόμενο, τις περιστάσεις παραγωγής τους, καθώς και για τους ψυχολογικούς μηχανισμούς της συναισθηματικής εμπειρίας[7].

Απέναντι σ’ αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, η σύγχρονη ανθρωπολογική προσέγγιση μελετά τα συναισθήματα ως κοινωνικά, πολιτισμικά -και γλωσσικά- φαινόμενα, δηλαδή ως συγκροτούμενα εντός διαφορικών κοινωνικών σχέσεων, συμβολικών αρχών αντίληψης και κρίσης, και γλωσσικών συναισθηματικών κατηγοριών[8] (διαφορικά εννοιολογημένων), και ως παραγόμενα, προσδιοριζόμενα και λειτουργούντα σε επιμέρους κοινωνικά συμφραζόμενα (γλωσσικής) διάδρασης εντός αυτών των ευρύτερων πλαισίων αναφοράς[9]. Εντός της κονστρουκτιβιστικής προσέγγισης μπορούν να αναγνωρισθούν (μεταξύ άλλων) δύο διαφορετικές κατευθύνσεις: η πρώτη με επιδράσεις από την λογικο-αναλυτική φιλοσοφική παράδοση, επιχειρεί να προσδιορίσει εκτασιακά τις συναισθηματικές εννοιακές κατηγορίες και διερευνά τις επιστημολογικές προϋποθέσεις μιας έγκυρης, επιστημονικής αλλά και ιθαγενούς, δήλωσης απόδοσης ενός συναισθήματος[10], ενώ η δεύτερη, πιο εύγλωττη ανθρωπολογικά, φέρει πιο έκδηλες τις επιδράσεις της ιστορίας της ανθρωπολογικής σκέψης και θεωρίας (της μετάβασης από την δομή στην δράση και τη διαδικασία, καθώς και της πολιτικής των κοινωνικών και συμβολικών σχέσεων) και της κοινωνιογλωσσολογίας[11].

Στα πλαίσια της πρώτης κατεύθυνσης τα συναισθήματα νοούνται ως κοινωνικο-πολιτισμικά συγκροτημένες αποκρίσεις (μοτίβα εμπειρίας και συμπεριφοράς) σε κοινωνικά-πολιτισμικά προσδιορισμένες επιμέρους περιστάσεις[12]. Αυτός ο ορισμός προϋποθέτει πως, εφόσον οι αποκρίσεις αυτές και οι περιστάσεις παραγωγής τους δεν έχουν ορισμένα φυσικά, καθολικά χαρακτηριστικά, η ικανότητα των ανθρώπων να αποκρίνονται με έναν πολιτισμικά σχετικό τρόπο σε πολιτισμικά-κοινωνικά προσδιορισμένες περιστάσεις, εξαρτάται από την ικανότητά τους να εσωτερικεύουν τις παραδοχές και τα αξιακά κριτήρια της πολιτισμικής τους κοινότητας και να τα χρησιμοποιούν ενεργητικά, νοηματοδοτώντας και κρίνοντας καταστάσεις, πράξεις, αντικείμενα, πρόσωπα και σχέσεις με έναν πολιτισμικά προσδιορισμένο και κατάλληλο τρόπο, ώστε τα συναισθήματα να αναδύονται ως προϊόν αυτής της ειδικής εννοιολόγησης[13]. Προκειμένου, λοιπόν, να μπορούν να είναι πολιτισμικά/κοινωνικά συγκροτημένες και διαφορικές αυτές οι αποκρίσεις, πρέπει να είναι επιστημικές, να βασίζονται δηλαδή στην πολιτισμική μάθηση/γνώση και σε σχετικές γνωσιακές πράξεις[14]. Οι συναισθηματικές αποκρίσεις (βιωματικές και συμπεριφορικές) νοούνται ως παραγόμενες και προσδιοριζόμενες σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα από καταστάσεις του νου που περιλαμβάνουν ένα σύνολο επιστημικών, ηθικών και βουλητικών/επιθυμητικών κρίσεων που συνδέονται εννοιακά με τις πολιτισμικά διαθέσιμες και διαφοροποιημένες συναισθηματικές συμβολικές κατηγορίες. Οι επιστημικές κρίσεις συλλαμβάνουν και αναπαριστούν τις κοινωνικές διαδικασίες, την εξωτερική-εκτασιακή τάξη πραγμάτων (συνιστούν γνώση γεγονότων), οι ηθικές κρίσεις περιλαμβάνουν τον ειδικό εννοιακό-εντασιακό και πολιτισμικά/κοινωνικά σχετικό προσδιορισμό τους που καθορίζει και την ειδική συναισθηματική ποιότητά τους και οι βουλητικές κρίσεις – όπως προκύπτουν από τις επιστημικές και ηθικές – κινητοποιούν το υποκείμενο προς συγκεκριμένες δράσεις. Δηλαδή, η παραγωγή και ο προσδιορισμός ενός συναισθήματος πχ «θυμού» σε ένα υποκείμενο Υ προϋποθέτει την αντίληψη της ύπαρξης ενός πράγματος «χ» που αποτελεί το αναφορικό αντικείμενο, την έκταση του συναισθήματος έστω την πράξη ενός υποκειμένου Φ, την αντίληψη πως η πράξη αυτή κατευθύνεται – έχει ως στόχο το υποκείμενο Υ και τον ειδικό εντασιακό προσδιορισμό της πράξης ως «προσβολής», αντιλήψεις και κρίσεις με τις οποίες συνδέεται εννοιακά η συναισθηματική κατηγορία του θυμού και από τις οποίες συγκροτείται η συναισθηματική εμπειρία και συμπεριφορά στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα, ενώ μπορεί να περιλαμβάνεται και η προκύπτουσα επιθυμία-ορμή ανταπόδοσης και εκδίκησης της πράξης του Φ ή και η ίδια η συμπεριφορά αντεκδίκησης[15].

Καθένας από τους καθοριστικούς αυτούς παράγοντες του συναισθήματος, η εξωτερική τάξη πραγμάτων, ο ηθικός κώδικας και οι συναισθηματικές κατηγορίες, θέτει τους δικούς του περιορισμούς και προσδιορισμούς στις συναισθηματικές αποκρίσεις. Ο ηθικός πολιτισμικός κώδικας καθορίζει μέσω των λειτουργιών επιλογής, ταξινόμησης, ερμηνείας και αποτίμησης τα αναφορικά αντικείμενα της εξωτερικής τάξης πραγμάτων που μπορούν να λειτουργήσουν ως έκταση ενός συγκεκριμένου συναισθήματος ∙ δηλαδή, μια ορισμένη πράξη δεν καθίσταται αναφορικό αντικείμενο ενός συναισθήματος βάσει κάποιων δεδομένων χαρακτηριστικών της (όπως χαρακτηρίζεται εκτασιακά), αλλά βάσει του εντασιακού προσδιορισμού της, σύμφωνα με τις πολιτισμικές (και κοινωνικά διαφοροποιημένες) ηθικές αντιλήψεις και της κανονιστικής συσχέτισής τους με γεγονότα και περιστάσεις[16]. Η εξωτερική τάξη πραγμάτων μέσω των επιστημικών κρίσεων θέτει, επίσης, τους δικούς της περιορισμούς στην παραγωγή των συναισθημάτων. Στο προηγούμενο παράδειγμα, ελλείψει της πράξης του Φ δεν θα μπορούσε να παραχθεί το συναίσθημα του θυμού, ενώ πχ και το συναίσθημα του «φθόνου» ενός υποκειμένου Υ προϋποθέτει την κοινωνική ύπαρξη – τις επιστημικές κρίσεις πως υπάρχει ένα αντικείμενο «χ», πως αυτό το αντικείμενο είναι στην κατοχή του Φ και όχι στην κατοχή του Υ (καθώς και μια θετική ηθική αποτίμηση του χ και μια σχετική επιθυμία κατοχής του). Χωρίς αυτές τις επιστημικές κρίσεις, τις γνωσιακές πεποιθήσεις για τον κόσμο, δεν θα μπορούσαν να παραχθούν τα αντίστοιχα συναισθήματα[17]. Οι ίδιες οι συναισθηματικές κατηγορίες, ακόμη, στο ειδικό πολιτισμό περιεχόμενό τους, θέτουν ορισμένους λογικούς περιορισμούς στον τύπο του εκτασιακού τους αντικειμένου, πχ τα συναισθήματα της ζήλιας, του φθόνου ή της αγανάκτησης δεν μπορούν να έχουν ως αντικείμενο το υποκείμενο του συναισθήματος[18].

Στο βαθμό που οι συναισθηματικές συμπεριφορές και εμπειρία συγκροτούνται από το ειδικό περιεχόμενο επιστημικών, ηθικών και βουλητικών κρίσεων[19] (κι όχι από εσωτερικά, μη αναγώγιμα, υποκειμενικά αισθήματα[20]) σε συγκεκριμένες περιστάσεις, ασκούν -ταυτόχρονα- ορισμένες επιδράσεις στη κοινωνική διαδικασία, σχετικές με τις κρίσεις που δηλώνουν, τις σχέσεις και γεγονότα στα συμφραζόμενα των οποίων δηλώνονται και με τις συμβάσεις ερμηνείας και αποτίμησής τους (παράγοντες από τους οποίους εξαρτώνται και για την παραγωγή και προσδιορισμό τους), από τις οποίες εξαρτάται και η ερμηνεία τους εκ μέρους των άλλων εμπλεκομένων δρώντων, συνεπώς και η αποτελεσματικότητά τους. Η δήλωση πχ «ντρέπομαι για σένα» εξαρτάται η ίδια για την παραγωγή της από ορισμένες ειδικές σχέσεις μεταξύ των κοινωνικών προσώπων, από ορισμένες συμβάσεις θεώρησης και αποτίμησής τους, καθώς και από ορισμένα κοινωνικά γεγονότα[21], και είναι δηλωτική μιας αξιολογικής κρίσης προς το έτερο πρόσωπο (κι όχι απλώς εκφραστική μιας εσωτερικής κατάστασης), ενώ οι ίδιοι παράγοντες ορίζουν τον επιτελεστικό της ρόλο και την διαφορική αποτελεσματικότητά της, τον τρόπο πρόσληψής της και την σχετική κινητοποίηση που δύναται να επιφέρει στον αποδέκτη της[22]. Οι συναισθηματικές δηλώσεις λοιπόν συνιστούν κοινωνικά γεγονότα, αποτελούν κρίσεις, αξιώσεις και ισχυρισμούς (γνωσιακούς και ηθικούς) για πρακτικές και καταστάσεις, που εμπλέκονται, παράγονται, προσδιορίζονται, επιδρούν και συνεπώς μπορούν να μελετηθούν μόνο εντός συγκεκριμένων κοινωνικών και πολιτισμικών πλαισίων και επιμέρους συμφραζομένων[23].

Η δεύτερη κατεύθυνση έρευνας[24] συμφωνεί με την πρώτη κυρίως ως προς την μικροσκοπική προσέγγιση στην ανάλυση των συναισθημάτων ως κοινωνικών, πολιτισμικών φαινομένων, δηλαδή στην μελέτη των επιμέρους διαφοροποιημένων κοινωνικών περιστάσεων παραγωγής, νοηματοδότησης, χρήσης και λειτουργίας-επίδρασης των συναισθημάτων (εντός πολιτισμικών και κοινωνικών πλαισίων, σε σχέση με μακροσκοπικούς παράγοντες), καθώς και ως προς την άρρηκτη πραγμάτευση των συναισθημάτων, της συναισθηματικής εμπειρίας και συμπεριφοράς σε συνάφεια με την γλώσσα ως φορέα πολιτισμικών και κοινωνικών σημασιών. Οι δύο αυτές καίριες θεωρητικές και μεθοδολογικές αρχές ενοποιούνται – συνδέοντας και τις δύο κατευθύνσεις έρευνας – στην πραγματολογική μελέτη της συναισθηματικής γλώσσας[25]. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύσσονται και οι κύριες θεωρητικές επιδράσεις της δεύτερης κατεύθυνσης: η θεωρία των ομιλιακών πράξεων (Austin, Searle με καταγωγή στο έργο του Russell και του Wittgenstein[26]) η μεταδομιστική θεωρία (Foucault), και οι κοινωνιογλωσσολογικές προσεγγίσεις (Bakhtin, Voloshinov), που ορίζουν και τη χρήση του όρου «λόγος» (discourse) στα χαρακτηριστικά κείμενα της κατηγορίας.

Η χρήση του όρου «λόγος» στην πρώτη περίπτωση ορίζει μια προσέγγιση στη γλώσσα όχι ως συγχρονικό σύστημα κανονιστικών σχέσεων μεταξύ γλωσσικών μορφών – μελετώμενο συνεπώς σε αφαίρεση από την πραγματικότητα των κοινωνικών διαδράσεων – αλλά ως ομιλιακή δραστηριότητα εντός και ως συστατικό μέρος της κοινωνικής διαδικασίας και των «επικοινωνιακών συμβάντων»[27], με ιδιαίτερη έμφαση στις πραγματιστικές της συνέπειες και στις προθέσεις του ομιλητή στην εκφώνηση μιας ορισμένης πρότασης, με συγκεκριμένο τρόπο σε συγκεκριμένες περιστάσεις[28] (όπως αυτές νοηματοδοτούνται πολιτισμικά-κοινωνικά). Δεύτερη και καθοριστική θεωρητική συμβολή στην πραγματολογική μελέτη των συναισθηματικών λόγων και των λόγων για το συναίσθημα συνιστά η μεταδομιστική θεωρία του Foucault, που τοποθετεί αυτές τις πραγματιστικές ομιλιακές πράξεις, τις «αποφάνσεις» – και τα συμφραζόμενά τους – εντός διαφοροποιημένων, συμβολικά και κοινωνικά ιεραρχημένων σχέσεων, καταδεικνύοντας την πολιτισμική-συμβολική αλλά και κοινωνικά διαφορική τους συγκρότηση, νοηματοδότηση και χρήση, συνεπώς και τον πολλαπλό και διαμαχόμενο χαρακτήρα τους και την δραστική και πραγματιστική τους ισχύ στην παραγωγή της υποκειμενικής εμπειρίας, της συμπεριφοράς και της ίδιας της πραγματικότητας, την εμπλοκή τους, δηλαδή, στην πραγμάτωση, άσκηση, αναπαραγωγή αλλά και αμφισβήτηση και μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας[29].

Μια τρίτη θεωρητική συμβολή στην ανθρωπολογική θεώρηση των συναισθημάτων αποτελεί η μπαχτινική προσέγγιση στην γλώσσα που συμπυκνώνει την δραστική/παραγωγική και την πολιτική – και στις δύο περιπτώσεις κοινωνική – θεώρηση της γλώσσας[30]. Μέσω της αντίθεσής του τόσο στον ατομικιστικό υποκειμενισμό που μελετά τη γλώσσα ως ψυχολογικό φαινόμενο[31], όσο και στον αφηρημένο αντικειμενισμό που μελετά τη γλώσσα υποστασιοποιημένη σε ένα αφηρημένο θεωρητικό συστημικό κατασκεύασμα[32], ο Voloshinov προσεγγίζει την γλώσσα συμφραστικά ως κοινωνική πρακτική, θέτοντας ως πλαίσιο γλωσσολογικής ανάλυσης έναν συγκεκριμένο ομιλητή με κοινωνικά καθορισμένες προθέσεις και συμφέροντα, σε μια συγκεκριμένη περίσταση, εντός ενός κοινωνικά οργανωμένου χώρου, και με ένα συγκεκριμένο και κοινωνικά προσδιορισμένο «πρόσωπο» ως παραλήπτη του εκφωνήματός του[33]. Με τον τρόπο αυτό η γλώσσα δεν νοείται ως οντότητα εξωτερική της πραγματικότητας, ως εκφραστική μιας ατομικής συνείδησης και εμπειρίας ή ως αντικειμενικό σύστημα, αλλά ως συστατικό στοιχείο και συγκροτησιακός παράγοντας της κοινωνικής πραγματικότητας στις συνεχείς επιμέρους λεκτικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ κοινωνικών δρώντων[34]. Η σκέψη και η συνείδηση θεωρείται ως συγκροτούμενη από κοινωνικά γλωσσικά σημεία[35], τα οποία το κοινωνικό υποκείμενο εσωτερικεύει και μαθαίνει να κατανοεί και να χρησιμοποιεί κατά την διαδικασία της κοινωνικής διάδρασης με μια σημασία ειδική προς ένα επιμέρους εκφώνημα σε συγκεκριμένα κοινωνικά συμφραζόμενα και με έναν ιδιαίτερο ιδεολογικό τόνο[36]. Ενώ η συνείδηση και η πράξη είναι διαφορικώς κοινωνικά -σημειωτικά- ιδεολογικά συγκροτημένη και καθοριστική σε έναν κοινωνικό ιδεολογικό χώρο[37], ταυτόχρονα, η γλώσσα καθίσταται πεδίο κοινωνικών διαμαχών για νόημα, καθώς «η κοινωνική τάξη δε συμπίπτει με τη σημειωτική κοινότητα, δηλαδή με την κοινότητα που είναι το σύνολο των χρηστών του ίδιου συστήματος σημείων ιδεολογικής επικοινωνίας. Έτσι, οι διαφορετικές κοινωνικές τάξεις χρησιμοποιούν μια ίδια γλώσσα. Σαν συνέπεια, σε κάθε ιδεολογικό σημείο διασταυρώνονται οι τόνοι διαφορετικών προσανατολισμών. Το σημείο καταλήγει να γίνει η αρένα της ταξικής πάλης»[38]. Η άποψη αυτή επιτρέπει να κατανοηθούν οι διαφορικές συμφραστικές χρήσεις και τα πολλαπλά, διαμαχόμενα και πολιτικώς χρησιμοποιούμενα νοήματα εντός ενός πολιτισμικού συστήματος στα πλαίσια διαφοροποιημένων σχέσεων και σχέσεων εξουσίας, όπως καταδεικνύουν οι μελέτες της δεύτερης αυτής κατεύθυνσης[39], πχ στην χρήση του ποιητικού συναισθηματικού λόγου από γυναίκες και νεαρούς άνδρες για την αμφισβήτηση της εξουσίας του πατριάρχη-ιδιοκτήτη (και στον αποκλεισμό των γυναικών από αυτόν τον λόγο) στις κοινωνικά-οικονομικά μετασχηματιζόμενες κοινότητες των Βεδουίνων της Αιγύπτου (L. Abu-Lughod), στον λόγο αποκατάστασης των κρίσιμων κοινοτικών σχέσεων αλλά και ρητορικής διαφορικής αξιολογικής τοποθέτησης του έτερου μέρους της διαμάχης ενώπιον των μελών της κοινότητας σε θεσμοθετημένες περιστάσεις διαλόγου (G.White), στον λόγο για το συναίσθημα στην αμερικανική κοινωνία ως λόγο για τη φύση ανδρών και γυναικών και των μεταξύ τους σχέσεων καθώς και στις διαφορετικές νοηματοδοτήσεις και χρήσεις της «συναισθηματικότητας» (C. Lutz), στον λόγο κατανομής των «κοινωνικών» συναισθημάτων – της ευκοινωνησίας – μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών υποκειμένων (D. Brenneis), όπως και στην κατανομή της «συναισθηματικότητας» σε διαφορετικές ιεραρχικά οργανωμένες ομάδες και στην συμφραστική χρήση του συναισθηματικού λόγου και μεταξύ των κοινωνικά ανώτερων για την εξυπηρέτηση στόχων που καθιστούν τις εσωτερικές διαφορές βαθμού κοινωνικά-συμφραστικά σχετικές (J.T. Irvine).

 


[1] C. Lutz, “Engendered emotion: gender, power, and the rhetoric of control in American discourse”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 69-70.

[2] E. Bedford, “Emotions and Statements about Them”, The Social Construction of Emotions, σελ. 15-16.

[3] Θεωρείται πως οι διάφοροι τύποι συναισθημάτων αλλά και οι βαθμοί έντασής τους μπορούν να προσδιοριστούν βάσει της μελέτης του βιολογικού τους υποστρώματός τους, δηλαδή, πως σε κάθε συναίσθημα και συναισθηματική λέξη αντιστοιχεί μια ποιοτικώς διακριτή εμπειρία, διαφοροποιημένα φυσιολογικά χαρακτηριστικά. Όπ.π και L. Abu-Lughod, C.A. Lutz, “Introduction: emotion, discourse, and the politics of everyday life”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 2.

[4] Εξισώνονται δηλαδή με την αίσθηση, την αισθητηριακή πρόσληψη. Βλ. C. Armon-Jones, “The Thesis of Constructionism”, The Social Construction of Emotions, σελ. 41-42.

[5] Μέσω της βιολογικής αναγωγής τους, τα συναισθήματα νοούνται ως απλά, πρωτογενή και προ/υπερ-πολιτισμικά φαινόμενα που παράγονται (και εξηγούνται) μηχανιστικά σε δεδομένες προ/υπερ-κοινωνικές συνθήκες: «Μια συγκεκριμένη εμπειρία θεωρείται πως προκαλεί ταυτόσημα συναισθήματα σε όλους τους μη-παθολογικούς ανθρώπους». L. Abu-Lughod, C.A. Lutz, “Introduction: emotion, discourse, and the politics of everyday life”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 2.

[6] Ως αδιαμεσολάβητα βιολογικά φαινόμενα, ανεξάρτητα από τις διαφορικά συγκροτημένες κοινωνικές σχέσεις και πολιτισμικές συμβολικές αρχές ερμηνείας και αποτίμησής τους, τα συναισθήματα νοούνται ως μη-γνωσιακά και «ακούσια». Ακόμη, μέσω αυτών των άμεσων δυνάμεων που ασκούν στον άνθρωπο δύνανται να επιδράσουν επί του ίδιου του πολιτισμού, παρέχοντας ένα φυσικό-βιολογικό θεμέλιο στις συμπεριφορές και τις συγκροτούμενες σχέσεις (π.χ. στο δεσμό μητέρας-νεογνού). R. Harre, “An Outline of the Social Constructionist Viewpoint”, The Social Construction of Emotions, σελ. 2-3. Στην μελέτη της για τον καθημερινό και επιστημονικό δυτικό λόγο και τη σχέση του με τις έμφυλες σχέσεις η C. Lutz επισημαίνει πως το συναίσθημα προσδιορίζεται αρνητικά, δηλαδή συγκροτείται συμβολικά ως άρνηση του αντιθέτου του – της λογικής – αλλά και ως κατώτερό του. C. Lutz, “Engendered emotion: gender, power, and the rhetoric of control in American discourse”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 70-71.

[7] L. Abu-Lughod, C.A. Lutz, “Introduction: emotion, discourse, and the politics of everyday life”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 3.

[8] Για μια παρουσίαση των ερευνητικών κατευθύνσεων που έχει λάβει η ανθρωπολογική μελέτη των συναισθημάτων βλ. L. Abu-Lughod, C.A. Lutz, “Introduction: emotion, discourse, and the politics of everyday life”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 1-23.

[9] Ένα τέτοιο ερευνητικό πρόγραμμα είναι ευαισθητοποιημένο προς τις πολιτισμικές, κοινωνικές, γλωσσικές διαφοροποιήσεις με τρόπο ώστε να τις λαμβάνει υπόψει χωρίς να προβάλλει – με επιστημολογικά ανυποψίαστο τρόπο – τοπικές πολιτισμικές παραδοχές και εννοιολογήσεις ως καθολικές επιστημονικές προτάσεις. Διερευνά, λοιπόν, τις χρήσεις των διαφοροποιημένων συναισθηματικών κατηγοριών στα διαφορικά κοινωνικά επεισόδια-συμφραζόμενα της κοινωνικής και πολιτισμικής ζωής. Σύμφωνα με την ανθρωπολογική αντίληψη, αυτοί οι διαφορετικοί επιμέρους εννοιακοί προσδιορισμοί και χρήσεις των συναισθημάτων είναι οι μόνοι δυνατοί τρόποι ύπαρξής τους, χωρίς να υπάρχει ένα πρωτογενές, δεδομένο καθολικό υπόστρωμα, το οποίο προσδιορίζεται δευτερογενώς από τον πολιτισμό ή επί του οποίου εγγράφονται πολιτισμικά συμβατικές συμβολικές ιδιότητες, που θα πρέπει να απομακρυνθούν αναλυτικά προκειμένου τα συναισθήματα να γνωσθούν επιστημονικά. Το καθολικό χαρακτηριστικό των συναισθημάτων έγκειται στην διαφορική κοινωνική και πολιτισμική τους συγκρότηση σε διαφορικές επιμέρους περιστάσεις. R. Harre, “An Outline of the Social Constructionist Viewpoint”, The Social Construction of Emotions, σελ. 4-5. Παράλληλα προβληματοποιείται και η ίδια η γενική συμβολική κατηγορία-τάξη του συναισθήματος, της συναισθηματικότητας. Βλ. L. Abu-Lughod, C.A. Lutz, “Introduction: emotion, discourse, and the politics of everyday life”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 4.

[10] Αυτή η κατεύθυνση γονιμοποιείται από την φιλοσοφική προβληματική του Wittgenstein και την κριτική του προς την ψυχολογική επιστήμη (βλ. L. Wittgenstein, Φιλοσοφικές Έρευνες, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1977) και εκπροσωπείται χαρακτηριστικά στο συλλογικό τόμο R. Harre (επιμ.), The Social Construction of Emotions, Blackwell Publishers, Oxford 1986, και ιδιαίτερα στα κείμενα των Cl. Armon-Jones και E. Bedford.

[11] Η κατεύθυνση αυτή εκπροσωπείται χαρακτηριστικά στο συλλογικό τόμο: L. Abu-Lughod, C.A. Lutz (επιμ.), Language and the Politics of Emotion, Cambridge University Press, Cambridge 1990. Οι δύο αυτές κατευθύνσεις φαίνεται να συγκλίνουν στις επιδράσεις τους, πχ στην θεώρηση της γλώσσας ως ετερογενές σύνολο γλωσσικών παιχνιδιών (γλωσσικών πρακτικών που κυβερνώνται από ορισμένους κανόνες και συμβάσεις) κατά Wittgenstein στην αναλυτική κατεύθυνση, και στην θεώρηση της γλώσσας ως ομιλιακής δραστηριότητας που υπόκειται σε κανόνες κατά Austin-Searle (με επιδράσεις από τον Wittgenstein, βλ: A.P. Mills, “Knowledge of Language”, The Internet Encyclopedia of Philosophy, URL = <http://www.iep.utm.edu/k/knowlang.htm&gt;) καθώς και σε σημεία που τυπικά διαφοροποιούνται, ως προς την κοινωνική θεώρηση της γλώσσας στον κύκλο του M. Bakhtin για την δεύτερη κατεύθυνση (C. Brandist, “The Bakhtin Circle”, The Internet Encyclopedia of Philosophy, URL = <http://www.iep.utm.edu/b/bakhtin.htm&gt;, V.N. Voloshinov, Μαρξισμός και Φιλοσοφία της Γλώσσας: τα βασικά προβλήματα της κοινωνιολογικής μεθόδου στην επιστήμη της γλώσσας, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1998).

[12] Δηλαδή ως μη-φυσικές αποκρίσεις σε μη-φυσικά αναφορικά αντικείμενα/περιστάσεις. Ωστόσο, σύμφωνα με μια «μετριοπαθή» κονστρουκτιβιστική θέση, μπορεί υπάρχουν επιμέρους παραδείγματα συναισθημάτων που μπορεί να είναι φυσικά, που μπορεί να μην προϋποθέτουν κάποια ορισμένη πολιτισμική εννοιολόγηση των περιστάσεων και οι τελευταίες να διαθέτουν ορισμένα χαρακτηριστικά που τις καθιστούν «φυσικά» αναφορικά αντικείμενα κάποιων συναισθημάτων, χαρακτηριστικά υπερπολιτισμικά που μπορούν να γνωσθούν επαρκώς βάσει των φυσικών επιστημικών ικανοτήτων των ανθρώπων και δύνανται να προκαλέσουν ορισμένες συναισθηματικές αποκρίσεις βιωματικές και συμπεριφορικές (πχ όταν ένας ταύρος επιτίθεται σε κάποιον, δεν χρειάζεται να υποτεθεί μια ειδική πολιτισμική εννοιολόγηση της περίστασης για να προκληθεί το συναίσθημα του φόβου ∙ σ’ αυτήν την βάση ανάγονται και ομοιότητες ανθρώπινης/μη-ανθρώπινης συμπεριφορικής απόκρισης). Cl. Armon-Sones, “The Thesis of Constructionism”, The Social Construction of Emotions, σελ. 37-39. Σ’ αυτή την κατεύθυνση έρευνας, ακόμη κι εκτός της μετριοπαθούς κονστρουκτιβιστικής θέσης, αναγνωρίζεται ένας τομέας ανθρώπινης σκέψης και δράσης μη κοινωνικά-πολιτισμικά συγκροτημένος, που αφορά την αντίληψη των εξωτερικών του υποκειμένου γεγονότων, παραδοχή που φαίνεται να αντιφάσκει με ανθρωπολογικές θεωρίες όπως του Sahlins και του Bourdieu.

[13] Που σημαίνει πως αν οι συναισθηματικές βιωματικές και συμπεριφορές αποκρίσεις όσο και οι περιστάσεις παραγωγής (και εξειδίκευσής τους) είναι κοινωνικά και πολιτισμικά συγκροτημένες, θα πρέπει να παρατηρείται στατιστικά η επίδραση αυτών των παραγόντων, δηλαδή οι αποκρίσεις των ανθρώπων σε συγκεκριμένες περιστάσεις να είναι συμβατές με τις πολιτισμικά σχετικές κατηγορίες και σχέσεις και να μπορούν, συνεπώς, να κατανοηθούν και να εξηγηθούν βάσει των τελευταίων (εάν δεν συμφωνούν με αυτές τις πολιτισμικές κατηγορίες, μπορεί να αμφισβητηθεί η κοινωνική-πολιτισμική τους συγκρότηση). Επισημαίνεται, ωστόσο, πως για την εκμάθηση αλλά και για την επίδειξη-χρήση των πολιτισμικά ειδικών αυτών αποκρίσεων καίριο ρόλο διαδραματίζει και ο επιδοκιμαστικός και αποδοκιμαστικός λόγος της κοινότητας ή της ιεραρχίας της που επικυρώνει θετικά ορισμένες ερμηνείες και συμπεριφορές συγκεκριμένων καταστάσεων και αποδοκιμάζει άλλες (εντός και σε σχέση πάντα και αναγκαία με συγκεκριμένες περιστάσεις). Cl. Armon-Sones, “The Thesis of Constructionism”, The Social Construction of Emotions, σελ. 33. Με τον τρόπο αυτό αίρεται μια θεωρούμενη «πολιτισμική μηχανική» του νοήματος εντάσσοντας τις νοηματοδοτικές πρακτικές σε κοινωνικά διαφοροποιημένες περιστάσεις, σχέσεις και προσδοκίες για διαφορετικά πρόσωπα και υπάγοντάς τις στην κανονιστικότητα του ηθικού λόγου της κοινότητας ή των κοινωνικών ομάδων. Η πολιτισμική αναπαραγωγή θεωρείται, συνεπώς, ως κοινωνικό (εξ ου και πολιτικό) διακύβευμα. Στις δύο αυτές κατευθύνσεις του κονστρουκτιβισμού (που εξετάζονται εδώ) αποτελεί κοινό στοιχείο η μη-διάσταση/διαχωρισμός των πολιτισμικών αντιλήψεων και ηθικών αξιών από τα επιμέρους κοινωνικά συμφραζόμενα παραγωγής, χρήσης και εκμάθησής τους, δηλαδή η μελέτη των κοινωνικών και πολιτισμικών επικαθορισμών όχι αφαιρετικά αλλά στις επιμέρους κοινωνικές διαδράσεις, όπου παρατηρούνται κι απ’ όπου συνάγονται.

[14] Όπ.π. σελ. 36-37. Τα συναισθήματα θεωρούνται, λοιπόν, πως παράγονται στην διαλεκτική μεταξύ υποκειμενικής -κοινωνικά προσδιορισμένης- θεώρησης και κρίσης και ειδικών κοινωνικών -υποκειμενικά/διαδραστικά συγκροτημένων- περιστάσεων. Η περίληψη του δεύτερου αυτού παράγοντα για τον προσδιορισμό-διάκριση των συναισθημάτων είναι καίρια, γιατί απορρίπτει την παραδοχή της παραδοσιακής θεωρίας των συναισθημάτων, σύμφωνα με την οποία τα συναισθήματα ως αισθήματα μπορούν να διακριθούν βάσει των εσωτερικών ποιοτικών χαρακτηριστικών τους, και που ορίζει ως έγκυρη επιστημονική πρακτική την ενδοσκόπηση και την αφαίρεση από τα συμφραζόμενα παραγωγής τους και τους ειδικούς κοινωνικούς-πολιτισμικούς τους καθορισμούς. E. Bedford, “Emotions and Statements about Them”, The Social Construction of Emotions, σελ. 16-17. Οι δύο διαφορετικές εκδοχές της παραδοσιακής θεωρίας, της μη κοινωνικής-πολιτισμικής αναγωγιμότητας των συναισθημάτων, συγκεκριμένα η φυσικαλιστική θεώρηση και εκείνη της ύπαρξης ενός αξιωματικά υποκειμενικού στοιχείου στην συναισθηματική εμπειρία (των συναισθηματικών ποιοτήτων – “emotion qualia”) παρουσιάζονται συνοπτικά στο άρθρο: Cl. Armon-Sones, “The Thesis of Constructionism”, The Social Construction of Emotions, σελ. 44-46. Για μια πληρέστερη παρουσίαση και ανάλυση του φιλοσοφικού υποβάθρου των θεωριών αυτών, καθώς και για νεώτερες εξελίξεις και θεωρήσεις (και στον τομέα της νευροφυσιολογίας) βλ: A. Kind, “Qualia”, The Internet Encyclopedia of Philosophy, URL = <http://www.iep.utm.edu/q/qualia.htm&gt;.

[15] Ως προς τον διαχωρισμό συγκεκαλυμμένης – απροκάλυπτης/εκπεφρασμένης μορφής ή τρόπου βιώματος ενός συναισθήματος, η Armon-Jones επισημαίνει πως έχουν κοινή «δομή», συγκροτούνται, δηλαδή, από τις ίδιες επιστημικές, ηθικές, επιθυμητικές κρίσεις και το ίδιο ισχύει και στην διαφοροποίηση ή μάλλον την ταυτότητα στην διαφορά της φαινομενολογικής-βιωματικής δήλωσης και της επιτελεστικής χρήσης ενός συναισθήματος σε σχέση με διαφορετικά κοινωνικά συμφραζόμενα. Cl. Armon-Sones, “The Thesis of Constructionism”, The Social Construction of Emotions, σελ. 46-49, 52-53.

[16] Συνεπώς, δεν υπάρχει εξωτερικός περιορισμός στον εννοιακό προσδιορισμό ενός αντικειμένου. Διαφορετικά αντικείμενα μπορεί να λειτουργήσουν ως έκταση ενός συναισθήματος, ανάλογα με τον τρόπο που γίνονται κατανοητά. Όπ.π. σελ. 41-43.

[17] Αυτή η αναλυτική διάκριση επιστημικών -πολιτισμικά αδιαμεσολάβητων- πεποιθήσεων και ερμηνευτικών -πολιτισμικών- κρίσεων δεν απαντάται τόσο σε ανθρωπολογικές θεωρίες που αντιπαρατίθενται στην θετικιστική και ορθολογιστική θεώρηση της υποκειμενικής πράξης και σκέψης και συναιρούν την τελευταία με τους πολιτισμικούς συμβολικούς τους καθορισμούς τους («“δεν αρκεί να λέμε πως κάποιος έχει συνείδηση ενός πράγματος ∙ έχει επίσης συνείδηση κάποιου πράγματος ως πράγματος που είναι κάτι”. Το αντιληπτό μετατρέπεται σε δεδομένο της ανθρώπινης συνείδησης […] στο βαθμό που ριζώνει σε μια έννοια την οποία δεν την δημιουργεί αυτός που αντιλαμβάνεται». M. Sahlins, Ιστορικές μεταφορές και μυθικές πραγματικότητες, σελ. 23). Αυτή η διάκριση όμως – οπωσδήποτε σχετική με την ίδια την αναλυτική φιλοσοφική κατεύθυνση – επιτρέπει την «πρακτική» σύλληψη και ανάδυση στην συνείδηση γνωσιακών δεδομένων για τον κόσμο που σε άρρηκτη σχέση με τις πολιτισμικές παραδοχές παράγουν τη (νοηματοδοτημένη) εμπειρία και δράση των κοινωνικών υποκειμένων. Σε επιμέρους περιπτώσεις μια τέτοια διάκριση μπορεί να θεωρηθεί χρήσιμη για την απεμπλοκή από μια μηχανιστική αντίληψη του πολιτισμικού καθορισμού, μέσω της συνάρτησης πρακτικών και πολιτισμικών γνώσεων και αρχών σ’ ένα πολιτισμικό πλαίσιο.

Ακόμη, βάσει αυτής της διάκρισης γνώσης γεγονότων και ερμηνευτικής αξιακής κρίσης ορίζεται το πλαίσιο μιας ηθικής θεωρίας που αποτιμά τον δικαιολογημένο ή μη χαρακτήρα των συναισθημάτων βάσει τόσο της ύπαρξης του αναφορικού αντικειμένου ενός συναισθήματος όσο και της (συμβατικά και πολιτικά) ορθής ερμηνείας του, επιτρέποντας να θεωρηθεί το υποκείμενο υπεύθυνο τόσο για τις ορθές όσο και για τις λανθασμένες αποκρίσεις του, με διαφορικά κοινωνικά αποτελέσματα σε συγκεκριμένες περιστάσεις για το ίδιο. Αυτοί οι δύο προβληματισμοί απουσιάζουν πλήρως από την παραδοσιακή θεωρία των συναισθημάτων ως παθητικών, ακούσιων, φυσικών αποκρίσεων. E. Bedford, “Emotions and Statements about Them”, The Social Construction of Emotions, σελ. 25.

[18] Cl. Armon-Sones, “The Thesis of Constructionism”, The Social Construction of Emotions, σελ. 40-41.

[19] Για τον κονστρουκτιβισμό το σωματικό αίσθημα δεν αποτελεί εγγενές προσδιοριστικό χαρακτηριστικό της τάξης των συναισθημάτων ή ορισμένων μόνο συναισθημάτων και αποτελεί τυχαίο γεγονός η δυνατότητά τους να προκαλέσουν φυσιολογικά αισθήματα – ενδεχομένως, μπορεί να συνδέονται με την ένταση του συναισθήματος ή/και με τον τύπο έκφρασής του, πχ η σωματική έκφραση του θυμού (χειροδικία) μπορεί να συνοδεύεται από σωματικά αισθήματα – καθότι δεν προκαλούν σωματικές αποκρίσεις πάντα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ή κατ’ αναγκαιότητα. Cl. Armon-Sones, “The Thesis of Constructionism”, The Social Construction of Emotions, σελ. 50-51. R. Harre, “An Outline of the Social Constructionist Viewpoint”, The Social Construction of Emotions, σελ. 5.

[20] Με τον τρόπο αυτό αίρεται κι ο διαχωρισμός συναισθηματικού αισθήματος και ατελούς-συμβατικής του αναπαράστασής του στην λεκτική και σωματική συμπεριφορά, καθότι στην κονστρουκτιβιστική θεώρηση συναισθηματικό βίωμα και λεκτική, σωματική συμπεριφορική έκφραση συγκροτούνται από κοινές γνωσιακές και ερμηνευτικές αρχές. Βλ. υποσημείωση 183, σελ. 48 της παρούσης εργασίας.

[21] Την επιστημική πεποίθηση του Υ πως το πρόσωπο Φ έκανε κάτι, πως ο τρόπος που το έκανε εξαρτιόταν από το ίδιο, την γνώση ή και την κρίση πως η πράξη αυτή δεν ήταν επιτυχημένη ή επαρκής, την κρίση πως θα μπορούσε να είχε γίνει με μεγαλύτερη επιτυχία, μια πολιτισμικά/κοινωνικά ειδική σχέση μεταξύ των δύο, έστω γονέως/κηδεμόνα-τέκνου, μια ορισμένη πολιτισμική αντίληψη για την ποιότητα αυτής της σχέσης, καθώς και το ειδικό περιεχόμενο της κατηγορίας «ντροπή».

[22] Μπορεί να υποτεθεί – δεδομένων όλων των σχετικών συμβάσεων – πως αν η δήλωση αυτή εκφωνηθεί στα πλαίσια σχέσεων που υπάγονται σε διαφορετικές πολιτισμικές συμβάσεις, πχ μεταξύ αγνώστων, ή αν ακόμη μπορεί να αντικρουστεί με πραγματολογικά επιχειρήματα, πχ σχετικά με το αποτέλεσμα ή την ευθύνη, τότε διαφοροποιείται τόσο ο επιτελεστικός της ρόλος (τα αποτελέσματα που επιφέρει), όσο και ο βαθμός αποτελεσματικότητάς της, το λιγότερο σε σχέση με τα προσδοκώμενα αποτελέσματα την στιγμή της εκφώνησης της δήλωσης.

Ακόμη, στα πλαίσια μιας ορισμένης πολιτισμικής εννοιολόγησης του όρου «αισθάνομαι», ως αναφορικού στην φαινομενολογική διάσταση-στο υποκειμενικό βίωμα του συναισθήματος, η χρήση του αντί του ρηματικού τύπου στο προηγούμενο παράδειγμα (δηλαδή, «αισθάνομαι ντροπή για σένα) δύναται να μετριάσει, αν όχι να αναιρέσει την επιτελεστική κριτική και αποδοκιμαστική αποτελεσματικότητα της δήλωσης του συναισθήματος, την παρακίνηση πχ για συστηματικότερη και αποδοτικότερη προσπάθεια. Μια τέτοια δήλωση αναφοράς στο εσωτερικό αίσθημα είναι πολιτισμικά προσδιορισμένη και κοινωνικά δόκιμη σε περιστάσεις όπου η επικοινωνιακή και επιτελεστική πρόθεση δεν είναι σχετική, πχ στα πλαίσια μιας συζήτησης με ένα τρίτο πρόσωπο για την περίσταση. Cl. Armon-Sones, “The Thesis of Constructionism”, The Social Construction of Emotions, σελ. 51-52.

[23] E. Bedford, “Emotions and Statements about Them”, The Social Construction of Emotions, σελ. 26-30. Η πραγμάτευση των γλωσσικών παιχνιδιών των συναισθημάτων στην αναλυτική κατεύθυνση, ενώ λαμβάνει υπόψει σχετικούς πολιτισμικούς και κοινωνικούς παράγοντες και επιτρέπει την στρατηγική χρήση της συναισθηματικής συμπεριφοράς, τείνει να προσδιορίζει τυπολογικά τις χρήσεις των συναισθηματικών δηλώσεων σε μια πιο στατική σύλληψη του νοήματος και των αποτελεσμάτων τους (εν μέρει και λόγω της εισαγωγής του επιστημικού παράγοντα), περιορίζοντας τις δυνατές ρητορικές, «δραματουργικές» χρήσεις τους (βλ. T.R. Sarbin, “Emotion and Act: Roles and Rhetoric”, The Social Construction of Emotions, σελ. 82-97), τα λειτουργικά και διαμαχόμενα νοήματά τους και το εύρος ή τον χαρακτήρα των κοινωνικών και πολιτισμικών συνεπειών τους.

[24] Επισημαίνεται ότι η διάκριση αυτή γίνεται για αναλυτικούς λόγους και με κριτήριο τις θεωρητικές επιδράσεις και παραδοχές. Αυτή η κατεύθυνση εκπροσωπείται στο έργο: L. Abu-Lughod, C.A. Lutz (επιμ.), Language and the Politics of Emotion, Cambridge University Press, Cambridge 1990

[25] Η πραγματολογία (pragmatics) στην γλωσσολογική ανάλυση μελετά τις γλωσσικές μορφές, τα σύμβολα σε σχέση με συγκεκριμένους ομιλητές, ακροατές και συμφραζόμενα και στα πλαίσια των σχέσεων ομιλητών, ακροατών, συμφραζομένων. Διαφοροποιείται τόσο από την συντακτική ανάλυση, τη μελέτη των σχέσεων μεταξύ συμβόλων, όσο και από την σημαντική ανάλυση, την μελέτη των σχέσεων συμβόλων και συμβολιζομένων.

Στη συσχέτιση αυτή συναισθήματος και γλώσσας, ως ομιλιακής δραστηριότητας, μελετώνται τόσο οι λόγοι για το συναίσθημα, επιστημονικοί και καθημερινοί, όσο και οι συναισθηματικοί λόγοι, δηλαδή με συναισθηματικό περιεχόμενο (λόγοι ως συναίσθημα), αν και στον καθημερινό λόγο η διάκριση αυτή μπορεί να μην είναι απόλυτη, καθώς ένας λόγος για το συναίσθημα μπορεί να είναι και συναισθηματικά φορτισμένος, δηλαδή «συναισθηματικός» και με τις δύο χρήσεις του όρου.

[26] Για μια παρουσίαση-πραγμάτευση της «γλωσσικής στροφής» στην φιλοσοφία και των εξελίξεων στην φιλοσοφία της γλώσσας έκτοτε βλ. M.P. Wolf, “Philosophy of Language”, The Internet Encyclopedia of Philosophy, URL = <http://www.iep.utm.edu/l/lang-phi.htm#SH4c&gt;

[27] L. Abu-Lughod, C.A. Lutz, “Introduction: emotion, discourse, and the politics of everyday life”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 7. Στα πλαίσια της ανθρωπολογικής μελέτης του συναισθήματος προσοχή δόθηκε και σε ειδικές κατηγορίες συναισθηματικού λόγου, περίτεχνες-καλλιτεχνικά επεξεργασμένες, όπως ποιήματα, τραγούδια, θρήνους, ύμνους (βλ. Abu-Lughod, Veiled Sentiments: Honor and Poetry in a Bedouin Society, Berkeley 1986, J.T. Irvine, “Registering affect: heteroglossia in the linguistic expression of emotion”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 127-161), στον διαλογικό/προφορικό χαρακτήρα του λόγου, καθώς και στον «άρρητο» λόγο, όπως τη μουσική, τη μνήμη των παρελθόντων εκφωνημάτων, και τις κοινωνικά σημασιοδοτημένες και σημασιοδοτικές χρήσεις του σώματος. L. Abu-Lughod, C.A. Lutz, “Introduction: emotion, discourse, and the politics of everyday life”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 7-8, 12-13.

[28] Σε αντίθεση με άλλες κατευθύνσεις στην φιλοσοφία της γλώσσας (και ιδιαίτερα της λογικής), δεν δίνεται προσοχή στην «τιμή αληθείας» (αλήθεια ή ψεύδος) των προτάσεων ούτε στο αναφορικό αντικείμενό τους, αλλά στην πρόθεση, τον στόχο του ομιλητή, καθότι το νόημα της εκφώνησης δεν έγκειται σ’ αυτό που «σημαίνει», στο καθαυτό σημασιολογικό της περιεχόμενο, αλλά στην «επικοινωνιακή» και πραγματιστική της πρόθεση, στη λειτουργική της σημασία, που για να προσδιοριστεί απαιτεί μελέτη των συμφραζομένων της. Σύμφωνα με την θεωρία των ομιλιακών πράξεων, αυτές αναλύονται σε τέσσερα κυρίως συστατικά: τις πράξεις εκφώνησης καθαυτές (την ομιλία με την πιο στενή σημασία), τις προτασιακές πράξεις, με τις οποίες οι ομιλητές κατηγορούν ιδιότητες και σχέσεις μεταξύ πραγμάτων, τις πράξεις επικοινωνίας προθέσεων μεταξύ εναλλασσόμενων ομιλητών-ακροατών, που συνιστούν τις επιμέρους κινήσεις στην περίσταση διάδρασής τους, και τις πραγματιστικές πράξεις, στις οποίες επιτυγχάνεται η ανταπόκριση του ακροατή (η αναγνώριση και ανταπόκριση) στις προθέσεις του ομιλητή. M.P. Wolf, “Philosophy of Language”, The Internet Encyclopedia of Philosophy, URL = <http://www.iep.utm.edu/l/lang-phi.htm#SH4c&gt;.

[29] L. Abu-Lughod, C.A. Lutz, “Introduction: emotion, discourse, and the politics of everyday life”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 9-10. Αντλώντας από τα πορίσματα της δομικής γλωσσολογίας, σύμφωνα με την οποία η εμπειρία δομείται μέσω της γλώσσας, ως συστήματος σημείων, καθώς και από την θεωρητική και επιστημολογική συνάμα θέση της ερμηνευτικής παράδοσης (R. Scruton, «Η Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία από τον Fichte στον Sartre», Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, σελ. 314-5) ότι οι διάφορες αντιλήψεις και παραδοχές που δομούν τη σκέψη και τη δράση των υποκειμένων συνιστούν «πολιτισμικές κατασκευές», ο Foucault έστρεψε το ερευνητικό και αναλυτικό του βλέμμα στους διάφορους κοινωνικούς «λόγους» που παράγουν παραστάσεις για την πραγματικότητα και διαμορφώνουν τις κοινωνικές σχέσεις. Συνεπώς, είδε αυτούς τους λόγους ως φορείς και παραγωγούς παραστάσεων και νοημάτων, καθώς και ως πολιτικούς τελεστές στον βαθμό που συγκρουόμενοι και επικρατούντες στο πολιτικό επίπεδο των σχέσεων εξουσίας, προσδιορίζουν τα όρια της αλήθειας, της γνώσης, της ίδιας της κοινωνικής πραγματικότητας και την ταυτότητα των ίδιων των υποκειμένων που αποτελούν τους φορείς αυτών των λόγων. P. Erickson, L. Murphy, Ιστορία της ανθρωπολογικής σκέψης, σελ. 199-200. M. Philp, “Michel Foucault”, Μετά τον Εμπειρισμό: φιλοσοφία και σύγχρονες θεωρητικές αναζητήσεις στις επιστήμες του ανθρώπου, σελ. 97-119. Ε. Αβδελά, «Η κοινωνική τάξη στην σύγχρονη ιστοριογραφία: από το οικονομικό δεδομένο στην πολιτισμική κατασκευή», Τα Ιστορικά, τ. 12, (22) Ιούνιος 2005, σελ. 193-194. Με τον τρόπο αυτό ο Foucault υπερβαίνει και τις διακρίσεις πολιτισμού-ιδεολογίας (C. Geertz, «Η ιδεολογία ως πολιτισμικό σύστημα»,Η ερμηνεία των πολιτισμών, σελ. 197-231), υλικού-συμβολικού, γλώσσας-πραγματικότητας.

Το έργο του Bourdieu έχει σημαντικότατες συνάφειες με αυτούς τους προβληματισμούς, ωστόσο διαφοροποιείται από τον Foucault ως προς την πληρέστερη κοινωνιολογική θεμελίωση των διαφόρων λόγων και της συμβολικής πραγματικής και πραγματιστικής ισχύς τους στο πεδίο των κοινωνικών θεσιακών προσδιορισμών, καθώς και ως προς την ειδική και διαφορική κοινωνική συγκρότηση των δρώντων υποκειμένων, που δίνει στο καθένα έναν ιδιαίτερο ρόλο στην κοινωνική διαδικασία θεωρούμενη μικροσκοπικά, αλλά και στην συγκρότηση του κοινωνικού, θεωρούμενου μακροσκοπικά ∙ δεν αποτελούν αδιαφοροποίητα υποκείμενα ενός κοινωνικού λόγου, μιας κοινωνικής απόφανσης, αλλά τούς αποδίδεται – ακριβώς μέσω των ειδικών θεσιακών του προσδιορισμών – μια ειδική συγκροτησιακή δύναμη εντός της διαδικασίας συγκρότησης ενός λιγότερο ή περισσότερο κοινού/ομαδικού κοινωνικού λόγου, γεγονός που παρέχει το αναλυτικό πλεονέκτημα του προσδιορισμού κάθε επιμέρους εσωτερικής έντασης και «ασυμμετρίας» στην συγκρότηση μιας κοινωνικής ιδεολογίας – ενός κοινωνικού σημειωτικού αυτοπροσδιορισμού που μεσολαβείται, έτσι, από τις κοινωνικές θεσιακές διαφορές (και ενδεχομένως τις μεγεθύνει ή ελαττώνει συμβολικά) και δεν αποτελεί έναν ατομικιστικό υποκειμενιστικό αυτοστοχασμό, που προϋποθέτει την ενότητα, την ενικότητα που θέτει ως (ιστορικό, ιδεολογικό) αξίωμα, ούτε όμως συγκροτείται μηχανιστικά από τις αντικειμενικές δομές. Βλ. P. Bourdieu, «Η αντικειμενικότητα του υποκειμενικού», Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 219-230.

[30] Αυτή η προσέγγιση πληροφορεί την πιο κοινωνιογλωσσικά ενήμερη, ίσως, μελέτη του συλλογικού τόμου των έργων αυτής της δεύτερης κατεύθυνσης, βλ. J.T. Irvine, “Registering affect: heteroglossia in the linguistic expression of emotion”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 127-161. Για μια γενική παρουσίαση των θέσεων του «μπαχτινικού κύκλου» βλ: C. Brandist, “The Bakhtin Circle”, The Internet Encyclopedia of Philosophy, URL= <http://www.iep.utm.edu/b/bakhtin.htm&gt;. Ως τρέχουσα πηγή θα χρησιμοποιηθεί το έργο: V.N. Voloshinov, Μαρξισμός και Φιλοσοφία της Γλώσσας: τα βασικά προβλήματα της κοινωνιολογικής μεθόδου στην επιστήμη της γλώσσας, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1998.

[31] E. Cassirer, “The Problem of Language in the History of Philosophy”, The Philosophy of Symbolic Forms: Language, σελ. 115-176.

[32] Για την πραγμάτευση των δύο προσεγγίσεων στη γλώσσα (υποκειμενισμός: Vico, Herder-Wilhelm von Humbolt, και αντικειμενισμός: Descartes-Saussure) βλ. V.N. Voloshinov, Μαρξισμός και Φιλοσοφία της Γλώσσας, σελ. 125-159.

[33] Αλεξίου, «Πρόλογος», Μαρξισμός και Φιλοσοφία της Γλώσσας, σελ. 29. Αυτή η συσχέτιση και συμπραγμάτευση μακρο- και μικρο-δομικού, αφηρημένου/ολικού και συγκεκριμένου/επιμέρους, είναι χαρακτηριστική της σύγχρονης ανθρωπολογικής προσέγγισης στα συναισθήματα, και αποτελεί και τον πυρήνα του έργου του Bourdieu που διαλέγεται με αυτήν την παράδοση κοινωνιογλωσσικής μελέτης, ενώ στο συγκεκριμένο έργο (Μαρξισμός και Φιλοσοφία της Γλώσσας) εντοπίζεται στην κρίσιμη αναλυτική διάκριση μεταξύ «θέματος», του συμφραστικά, νοηματικά διαφορικού στην χρήση και κατανόηση μιας γλωσσικής μορφής, και «σημασίας», του αφαιρετικού-σταθερού στοιχείου (στα πλαίσια της γλωσσολογικής μελέτης) του γλωσσικού σημείου, το οποίο «απορροφάται από το θέμα, διαλύεται από τις ζωντανές αντιφάσεις του θέματος για να αναδυθεί σαν μια καινούρια σημασία με μια σταθερότητα και ταυτοσημία, με τον ίδιο τρόπο όπως και πριν, στιγμιαίες»: V.N. Voloshinov, Μαρξισμός και Φιλοσοφία της Γλώσσας, σελ. 226-240.

[34] Όπ.π. σελ. 62-63.

[35] Καταργώντας την διάκριση βιώματος-γλώσσας και έκφρασης, που αποτελεί κεντρικό ζήτημα στην ανθρωπολογία του συναισθήματος, ο Voloshinov παρατηρεί: «Το βίωμα όχι μόνο μπορεί να εκφραστεί μέσω του σημείου (γιατί μπορεί να αποδοθεί στους άλλους με τη λέξη, με μια έκφραση του προσώπου ή με κάποιον άλλο τρόπο), αλλά επιπλέον αυτής της εξωτερικευμένης (για τους άλλους) έκφρασης, το βίωμα ακόμη και γι αυτόν που το ζει, υπάρχει μόνο στο υλικό των σημείων. Έξω από αυτό το υλικό το βίωμα απλά δεν υπάρχει. Με αυτή την έννοια κάθε βίωμα είναι εκφραστέο, δηλαδή εμφανίζεται σαν μια εν δυνάμει έκφραση. Κάθε σκέψη, κάθε συγκίνηση, κάθε βούληση μπορούν να εκφραστούν. Η εκφραστική λειτουργία δεν μπορεί να διαχωριστεί από το βίωμα χωρίς αυτό να χάσει την ίδια τη φύση του […] ανάμεσα στο εσωτερικό βίωμα και στην έκφρασή του δεν διαμεσολαβεί κανένα άλμα ούτε συμβαίνει η μετάβαση από μια ποιότητα του πραγματικού σε μιαν άλλη». Όπ.π. σελ. 96-97.

[36] V.N. Voloshinov, Μαρξισμός και Φιλοσοφία της Γλώσσας, σελ. 165-170. Με τον τρόπο αυτό καταργείται, όπως και στον Foucault, η διάκριση πολιτισμού-ιδεολογίας: «Σε κάθε σημείο μπορούν να εφαρμοστούν κριτήρια μιας ιδεολογικής αξιολόγησης […] η περιοχή της ιδεολογίας συμπίπτει με αυτήν των σημείων […] όπου υπάρχει σημείο υπάρχει ιδεολογία. Οτιδήποτε ιδεολογικό έχει ένα σημειωτικό χαρακτήρα» (όπ.π. σελ. 62). Η γλώσσα στην πραγματική και πραγματική της μορφή συνίσταται στο σύνολο των επιμέρους ομιλιακών πράξεων στην ιδιαίτερη συμφραστική και πρακτική τους μορφή, ενώ η γλωσσική συνείδηση ομιλητή και ακροατή «στην πρακτική της ζωντανής ομιλιακής δραστηριότητας, δεν έχει καμιά σχέση με το αφηρημένο σύστημα κανονιστικά αμετάβλητων μορφών της γλώσσας, αλλά σχετίζεται με τη γλώσσα σαν συνδυασμό πιθανών πλαισίων χρήσης μιας δεδομένης γλωσσικής μορφής» (όπ.π. σελ. 170). «Γι αυτό η στιγμή της αναγνώρισης της ίδιας λέξης συνδυάζεται διαλεκτικά και απορροφάται από τις πλευρές της μεταβλητότητας της διαφοροποίησης και της δυνατότητας απόκτησης μιας καινούριας σημασίας μέσα σε ένα διαφορετικό πλαίσιο συμφραζομένων» (όπ.π. σημ. 3, σελ. 169). «Στην πραγματική ζωή δεν προφέρουμε ούτε ακούμε λέξεις, αλλά ακούμε την αλήθεια ή το ψέμα, το καλό ή το κακό, το σημαντικό ή το ασήμαντο, το ευχάριστο ή το δυσάρεστο κοκ. Η λέξη εμφανίζεται πάντοτε γεμάτη από ένα περιεχόμενο και μια σημασία που καθορίζονται από το πραγματολογικό πλαίσιο ή την ιδεολογία […] η ορθότητα ενός εκφωνήματος επισκιάζεται από την ίδια του την αλήθεια ή το λάθος […] η γλώσσα στην εξελικτική διαδικασία της συγκεκριμένης πραγμάτωσής της δεν μπορεί να διαχωριστεί από το ιδεολογικό ή ζωτικό της περιεχόμενο» (όπ.π. σελ. 170-171). Στο τελευταίο αυτό σημείο καθώς και σε εκείνο της διάκρισης σημασίας-θέματος (υποσημ. 206) μπορεί να εντοπιστεί και μια ορισμένη -τυπική- συνάφεια με τον Sahlins και την διάκριση στον τελευταίο μεταξύ εργαλειακής-βιωμένης σημασίας και κοινωνικής-διυποκειμενικής σημασίας, αν και διαφέρουν τα μέγιστα στη θεώρηση του status της γλώσσας ως συστήματος καθώς και στη σχέση θέματος-σημασίας, συμβατικής-βιωμένης σημασίας, αφού στον Sahlins το διυποκειμενικό σύστημα σημασιών καθορίζει την εφαρμογή καθώς και σε μεγάλο βαθμό την εννοιακή αξία του σημείου εν δράσει.

[37] Σε συμφωνία με την ύστερη ανάλυση του Bourdieu, ο Voloshinov επισημαίνει την διαίρεση και διαφορική συγκρότηση του σημειωτικού ιδεολογικού χώρου καθώς και τον διαφορετικό προσανατολισμό κάθε «πεδίου» που δύναται να διαθλά -και να συγκροτεί- την πραγματικότητα με έναν δικό του ειδικό τρόπο (όπ.π. σελ. 63). Συναιρώντας παράλληλα την λεκτική επικοινωνία με το ιδεολογικό της περιεχόμενο και λειτουργία (ό.π. σελ. 68-69), συμφωνεί ως προς την άποψη της άσκησης της συμβολικής εξουσίας μέσω της επικοινωνίας – του λόγου: «Εάν οι πράξεις επικοινωνίας – ανταλλαγή δώρων, προκλήσεων ή λέξεων – φέρουν πάντοτε τη πιθανότητα μιας σύγκρουσης, είναι επειδή πάντοτε περιλαμβάνουν την δυνατότητα της κυριαρχίας. Η συμβολική βία είναι εκείνη η μορφή κυριαρχίας που, υπερβαίνοντας συνήθως διαγεγραμμένες αντιθέσεις μεταξύ συναισθηματικών και σχέσεων και σχέσεων ισχύος, επικοινωνίας και κυριαρχίας, ασκείται μόνο μέσω της επικοινωνίας στην οποία είναι μεταμφιεσμένη». P. Bourdieu, Outline of a Theory of Practice, σημ. 47, σελ. 237.

[38] V.N. Voloshinov, Μαρξισμός και Φιλοσοφία της Γλώσσας, σελ. 87.

[39] L. Abu-Lughod, “Shifting politics in Bedouin love poetry”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 24-45. G. White, “Moral discourse and the rhetoric of emotions”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 46-68. C. Lutz, “Engendered emotion: gender, power, and the rhetoric of emotional control in American discourse”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 69-91. D. Brenneis, “Shared and solitary sentiments”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 113-125. J.T. Irvine, “Registering affect: heteroglossia in the linguistic expression of emotion”, Language and the Politics of Emotion, σελ. 127-161.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: