Κοινωνική Πραξεολογία

Ανθρωπολογία, Κοινωνιολογία, Φιλοσοφία, Πολιτική

Η έννοια του “intérêt” στο έργο του Pierre Bourdieu

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Ιουλίου 25, 2008

Η ανάλυση, ο τρόπος στοχασμού και πρακτικής μελέτης[1] που προτείνει ο Pierre Bourdieu έγκειται σε μια ιστοριστική, κοινωνιολογική σύλληψη και σε μια ιστορική, κοινωνική θεμελίωση των κοινωνικών φαινομένων και πρακτικών, στην αποκατάσταση της πρακτικής τους αναγκαιότητας μέσω της αποκατάστασης της θεωρητικής τους αναγκαιότητας και των συνθηκών δυνατότητας και πραγμάτωσής τους. Απορρίπτοντας την θετικιστική οντολογική και επιστημολογική διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου[2], καθώς και τον αποδομιστικό, αυτοαναφορικό σχετικισμό του μεταμοντερνισμού[3], ο Bourdieu συγκροτεί μια κριτική αλλά ρεαλιστική θεώρηση του κοινωνικού που θεμελιώνεται στη -χρονική- διαλεκτική συσχέτιση κοινωνικών και γνωστικών-νοητικών-κινητήριων δομών[4]. Η εμπειρική εθνογραφική έρευνα του Bourdieu σε συνδυασμό με τον αναστοχασμό επί των θεωρητικών της προϋποθέσεων και των πρακτικών της αποτελεσμάτων, έχει παραγάγει την επιστημονική πεποίθηση – και μια αντίληψη περί των ειδικών συνθηκών – της δυνατότητας της καθολικής γνώσης, καθώς και ένα σύνολο εννοιακών εργαλείων και πρακτικών διεργασιών σχεδιασμένων να συλλάβουν σε έναν ενιαίο τρόπο εξήγησης και κατανόησης τα σταθερά και μεταβλητά χαρακτηριστικά κάθε επιμέρους εμπειρικής πραγματικότητας, συγκροτώντας την ως μια «ειδική περίπτωση του δυνατού»[5]. Οι έννοιες (και οι ειδικές εννοιολογήσεις) του πεδίου και του habitus αποτελούν οι ίδιες παράγωγο αλλά και εργαλείο μιας ενοποιητικής και ενοποιημένης θεωρίας της πρακτικής (μιας κοινωνικής πραξεολογίας) που υπερβαίνει τις διχοτομήσεις και διαιρέσεις των διαφορετικών τομέων δράσης, των διαφορετικών πειθαρχιών, τεχνικών ανάλυσης και παρατήρησης. Ταυτόχρονα, συνιστούν και το σημείο συναίρεσης-παράγωγο και εργαλείο του θεωρητικού και μεθοδολογικού συσχετικισμού και της επιστημικής αναστοχαστικότητας[6] (ως ανακλαστικής συσχέτισης) που ορίζουν το επιστημονικό πρόγραμμα του Bourdieu, προσδιορίζοντας σύνολα σχέσεων αλλά και σύνολα συσχετισμών και συσχετίσεων πρακτικών-κοινωνικών-γνωστικών, καθώς και θεωρητικών-κριτικών, ελεγκτικών και επαληθευτικών για τη θεωρητική συγκρότηση και εξαντικειμενίκευση της κοινωνικής πραγματικότητας.

Η σύλληψη του κοινωνικού κόσμου με όρους πεδίου συνίσταται σε μια συσχετιστική σύλληψη που συνεπάγεται μια άμεση ρήξη με μια θετικιστική, «αφελώς ρεαλιστική» εννοιολόγηση και πρακτική μελέτη του[7], που αναγνωρίζει και περιορίζεται – βάσει ενός εμπειρισμού και μεθοδολογικού ατομισμού – στις άμεσα ορατές και παρατηρήσιμες πραγματικότητες: τα άτομα, τις (υποστασιοποιημένες) ομάδες, καθώς και τους διυποκειμενικούς δεσμούς και διαδράσεις μεταξύ τους. Αντίθετα, ο Bourdieu, αφομοιώνοντας κριτικά και αξιοποιώντας τις επιστημικές αρετές του αντικειμενισμού[8], επισημαίνει πως ο κοινωνικός κόσμος συνίσταται από αντικειμενικές σχέσεις που μπορούν να χαρτογραφηθούν ανεξάρτητα από τις αναπαραστάσεις, τις βουλήσεις και τις συνειδήσεις των ατόμων που ζουν σ’ αυτόν[9].

Το Πεδίο συνιστά ένα (ανοιχτό) δίκτυο αντικειμενικών σχέσεων μεταξύ θέσεων που ορίζονται αντικειμενικά για την ύπαρξή τους και για τους καθορισμούς που επιβάλλουν στους κατόχους τους, από την παροντική και δυνητική[10] (μεταβλητή) τοποθεσία τους στη δομή της κατανομής των μορφών κεφαλαίου[11] – η κατοχή των οποίων ορίζει την -διαφορική- πρόσβαση στα συγκεκριμένα αγαθά και κέρδη που είναι διαθέσιμα και διακυβεύονται εντός του πεδίου – καθώς και από την σχετική, αντικειμενικά προσδιορίσιμη, σχέση τους ως προς τις άλλες θέσεις. Το πεδίο ορίζεται, λοιπόν, και οροθετείται -δυναμικά- σε συνάρτηση με τις μορφές κεφαλαίου που είναι συστατικές και ενεργές εντός του και με την διακυβευόμενη ιεραρχία, την σχετική αξία τους. Αυτές οι βασικές μορφές κεφαλαίου, το οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό και συμβολικό, αποτελούν οι ίδιες προϊόν ιστορικής συλλογικής εργασίας που έχει παραγάγει και τα διαφορετικά πεδία – το οικονομικό, το πολιτικό, το γραφειοκρατικό πεδίο, τα πεδία πολιτισμικής παραγωγής, το αισθητικό και το επιστημονικό, το θρησκευτικό – που συναποτελούν τον κοινωνικό κόσμο στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, και συνιστούν ή ορίζουν και τις κυρίαρχες αξίες, αγαθά και κέρδη εντός των διαφόρων πεδίων, καθώς και την -διαφορική- εξουσία, μέσω της κατανομής τους, και τα μέσα οικειοποίησης αυτών των αγαθών[12].

Αυτή η εννοιολόγηση του πεδίου απομακρύνεται από τις μηχανιστικές δομιστικές και λειτουργιστικές θεωρήσεις της κοινωνικής δομής, περιλαμβάνοντας τόσο την αρχή συγκρότησης και καθορισμού των κοινωνικών δρώντων, όσο και την αρχή κατασκευής, αναπαραγωγής και μετασχηματισμού του κοινωνικού κόσμου. Οι διάφορες μορφές κεφαλαίου, οι κοινωνικά αποδοτικοί πόροι[13] ορίζουν τις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτισμικές συνθήκες ζωής των κοινωνικών δρώντων, και μέσω αυτών τις κρίσιμες κοινωνικά ιδιότητες και ικανότητες μετοχής και δράσης στις διάφορες «σφαίρες κοινωνικού παιγνίου», αλλά επισημαίνεται ταυτόχρονα η διαφορική κατανομή τους εντός και μέσω των κοινωνικών σχέσεων στις διάφορες θέσεις, που προσδιορίζει την πολιτική διάσταση και λειτουργία τους ως σχέσεις εξουσίας. Συνεπώς, τα πεδία νοούνται ως χώροι[14] δυνάμεων που βασίζονται στην κατανομή των διαφόρων μορφών κεφαλαίου στις διαφορετικές θέσεις (που με τον τρόπο αυτό ορίζουν), αλλά και ως χώροι διαμαχών, παροντικών-ενεργών και δυνητικών, για την διατήρηση ή τον μετασχηματισμό της δομής του πεδίου, δηλαδή της κατανομής των κεφαλαίων και της σχετικής αξίας και ιεραρχίας τους, για την διατήρηση ή τον μετασχηματισμό της κατανομής ισχύος. Προκύπτει, λοιπόν, ότι κάθε επιμέρους συγχρονική ανάλυση μιας δομής ή ενός συνόλου δομών, δεν συλλαμβάνει κάποιες πάγιες και αμετάβλητες ή αυτοαναπτυσσόμενες πραγματικότητες βάσει μιας εγγενούς αρχής, μηχανιστικής ή τελεολογικής, αλλά το -προσωρινό και δυναμικό- προϊόν ιστορικών διαμαχών, ιστορικών κοινωνικών δράσεων που συνιστούν την αρχή και των επόμενων μετασχηματισμών[15].

Οι ιστορικές αυτές διαμάχες μεταξύ των κοινωνικών δρώντων για την εδραίωση μονοπωλίου επί των μορφών κεφαλαίου που είναι ενεργές εντός ενός πεδίου, και για την (ισχύ) θέσπιση(ς) του ειδικού βάρους, της σχετικής αξίας και των τιμών μετατροπής τους στο μεταπεδίο της ισχύος[16], σε συνάρτηση με τις ιστορικά πραγματωμένες σχέσεις παραγωγής και κυκλοφορίας/κατανομής των μορφών κεφαλαίου (των μέσων παραγωγής και αναπαραγωγής ή μετασχηματισμού), ορίζουν τη διαφοροποίηση των πεδίων, τη συγκρότηση των ειδικών κανονικοτήτων, των κοινωνικών νόμων[17] και ρυθμιστικών αρχών που διέπουν τη λειτουργία τους και τούς προσδίδουν τη σχετική αυτονομία τους, τις αγορές των ειδικών αγαθών που παράγουν αξία (καθώς και αναγνώριση) για τους κατόχους τους, καθώς και τις σχέσεις μεταξύ αυτών των πεδίων, τα ανοικτά και μεταβλητά όρια που τα διαχωρίζουν. Αν κάθε πεδίο ορίζεται σε μια ορισμένη στιγμή από μια ορισμένη κατανομή και ιεραρχία κεφαλαίων, η κατοχή ορισμένου όγκου και σύνθεσης κεφαλαίων[18] λειτουργεί ως κριτήριο εισαγωγής, μετοχής και αποδοτικής δράσης στο πεδίο (ως διαφορική ιδιότητα, διακριτικό γνώρισμα, διάκριση) και ως μέσο αναπαραγωγής της ιεραρχίας των κεφαλαίων και της κατανομής τους. Η διαμάχη στο εσωτερικό του κάθε πεδίου μεταξύ των κατόχων διαφορετικών θέσεων, δομής και όγκου κεφαλαίων για την αλλαγή της ιεραρχίας και κατανομής τους, ορίζει και τις μετατοπίσεις των ορίων, το σχετικό άνοιγμα ή κλείσιμο των συνόρων μεταξύ των επιμέρους διαφόρων πεδίων, δηλαδή τις μεταξύ τους σχέσεις. Ταυτόχρονα, όμως, η κατοχή μιας ορισμένης σύνθεσης και όγκου κεφαλαίων για τους κοινωνικούς δρώντες αποτελεί συνάρτηση της μετοχής τους σε διάφορα πεδία και της θέσης που καταλαμβάνουν σε αυτά, ώστε να συγκροτούνται δομικές και λειτουργικές ομολογίες[19] μεταξύ των διαφόρων πεδίων ∙ δηλαδή, οι συσχετίσεις μεταξύ των σχετικά αυτόνομων πεδίων αποτελούν λειτουργία και της κοινωνικής διαδρομής των κοινωνικών δρώντων διαμέσου των πεδίων αλλά και σε κάθε επιμέρους πεδίο (αποτελώντας η μία συνάρτηση της άλλης), και της σχετικής δομικής ισχύς που ασκούν (ή δύνανται να ασκήσουν) επ’ αυτών, που εξαρτάται και ορίζει τις θέσεις που καταλαμβάνουν σε κάθε πεδίο (σε συνάφεια με τον δυναμικό μετασχηματισμό του πεδίου, της κατανομής των θέσεων στο χώρο που οι δράσεις αυτές παράγουν). Συνεπώς, η συγκρότηση ενός πεδίου εξαρτάται τόσο από την εσωτερική οργανωτική δράση εντός του συγκεκριμένου πεδίου, όσο και από τις συνάφειες των δράσεων στα άλλα πεδία που αποτελούν το κοινωνικό σύμπαν[20], τον σύνδεσμο μεταξύ των οποίων παρέχουν οι ίδιοι οι κοινωνικοί δρώντες.

Αν τα κοινωνικά πεδία συνιστούν σφαίρες παιχνιδιού με τους δικούς τους ειδικούς κανόνες (προϊόν ιστορίας και διακύβευμα των εσωτερικών τους σχέσεων και των σχέσεων με τα άλλα πεδία), διακριτές αλλά συσχετιζόμενες «οικονομίες» με τις δικές τους αγορές διαφορικά αποτιμώμενων αγαθών, κερδών και αμοιβών καθώς και πρακτικών απόκτησής τους με διαφορετικές τιμές και αξίες, διαφοροποιημένοι χώροι αντικειμενικών ασύμμετρων σχέσεων μεταξύ θέσεων, τί είναι αυτό που ορίζει τη συμμετοχή των κοινωνικών δρώντων σε αυτούς, την επιδίωξη των διακυβευόμενων αμοιβών τους, αλλά και την σύγκρουση μεταξύ τους (με τις όποιες κυρώσεις, ρίσκα και κινδύνους αυτή φέρει); Για την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα ο Bourdieu εισάγει την έννοια του habitus, το οποίο ορίζει ως σύνολο ιστορικών κοινωνικών σχέσεων, πραγματωμένων στα πεδία που συναποτελούν το κοινωνικό σύμπαν και ενσταλαγμένων εντός των κοινωνικών δρώντων υπό τη μορφή νοητικών και σωματικών σχημάτων αντίληψης, αποτίμησης και δράσης. Συγκεκριμένα, το habitus συνίσταται σε «συστήματα προδιαθέσεων, ανθεκτικών και μεταθέσιμων», κοινωνικά «δομημένες δομές προδιατεθειμένες να λειτουργούν ως δομούσες δομές, δηλαδή ως γενεσιουργές και οργανωτικές αρχές των πρακτικών και των αναπαραστάσεων»[21].

Μέσω της έννοιας του habitus ο Bourdieu επιχειρεί να υπερβεί τους επιστημονικούς περιορισμούς της αντικειμενιστικής γνωσιοθεωρίας και να εισάγει μια κονστρουκτιβιστική οπτική στη μελέτη των κοινωνικών φαινομένων, που να αποκαθιστά τις συμβολικές σχέσεις, τις αναπαραστάσεις που οι κοινωνικοί δρώντες σχηματίζουν για την κοινωνική πραγματικότητα και τις πράξεις νοήματος που ορίζουν την επικοινωνία, τη συμπεριφορά τους και τις δράσεις τους σ’ αυτή. Σύμφωνα με τον Bourdieu: «η κοινωνική επιστήμη οφείλει να εισαγάγει εκ νέου στον πλήρη ορισμό του αντικειμένου, τις πρωταρχικές εκείνες αναπαραστάσεις του αντικειμένου»[22]. Αυτή, ωστόσο, η αφομοίωση της υποκειμενιστικής γνωσιοθεωρίας δεν συνίσταται στην «υπέρθεση μιας φαινομενολογίας σε μια κοινωνική τοπολογία»[23], αλλά σε μια κοινωνική και κοινωνιολογική, ιστορική και ιστοριστική θεμελίωση των συμβολικών νοημάτων και σχέσεων και επικοινωνιακών πράξεων. Η άρρηκτη σχέση μεταξύ αυτών των δύο επιπέδων και στιγμών[24] ανάλυσης, του αντικειμενιστικού και του υποκειμενιστικού (σύμφωνα με την επιστημολογική ιεραρχία τους και τα μεθοδολογικά βήματα για την συγκρότηση της πραγματικότητας), της μακρο- και μικρο-κοινωνιολογίας και ιστορίας, της στατιστικής-ποσοτικής ανάλυσης και εθνογραφικής περιγραφής, εκφράζεται στη σχέση μεταξύ πεδίου και habitus. Το πεδίο και τα καταγεγραμμένα-συγκροτημένα σύνολα πεδίων συνιστούν τις ιστορικά συγκροτημένες δομικές διαρθρώσεις των κοινωνικών σχέσεων σε μακρο-επίπεδο, τους χώρους στατιστικής κατανομής των κοινωνικο-οικονομικών πόρων, των ποσοτικοποιμένων εκφράσεων των μορφών κεφαλαίου, των αντικειμενικών και αντικειμενοποιημένων διαφορών και ιδιοτήτων, ενώ οι προδιαθέσεις συνιστούν την κοινωνικά και πρακτικά συγκροτημένη ικανότητα και λειτουργία (μια επινοητική «τέχνη») παραγωγής και οργάνωσης αναπαραστάσεων, νοημάτων και πρακτικών[25] σε άμεσα εμπειρικά παρατηρήσιμα, επιμέρους συμφραζόμενα και διαδράσεις, την εσωτερικευμένη και ενεργή ιστορία που παράγει ιστορία, την ποιοτικοποιήμενη έκφραση των μορφών κεφαλαίου, την ιδιοποιημένη-υποκειμενοποιημένη διαφορά και ιδιότητα παραγωγής (διαφοροποίησης) και ιδιοποίησης διαφορών. Οι μακροδομικές συντεταγμένες μπορούν να γνωσθούν και να αναγνωσθούν μόνο στις επιμέρους κοινωνικές διαδράσεις, ενώ οι τελευταίες μπορούν να γνωσθούν και να αναγνωσθούν μόνο στα πλαίσια των ιστορικών δομικών σχέσεων εντός των οποίων παράγονται και λειτουργούν.

Το habitus ή έξη, λοιπόν, συνιστά προϊόν ενσωμάτωσης των κανονικοτήτων, των διαιρέσεων και αναγκαιοτήτων που είναι εγγεγραμμένες στον διαφοροποιημένο (και ως εκ τούτου διαφοροποιητικό) κοινωνικό χώρο υπό τη μορφή ταξινομικών σχημάτων αντίληψης, αποτίμησης και δράσης, βάσει των οποίων οι κοινωνικοί δρώντες κατασκευάζουν, δομούν ενεργητικά, ατομικά καθώς και συλλογικά, τον κοινωνικό κόσμο που τους δομεί[26]. Αυτές οι κοινωνικά δομημένες δομές, και κυρίως οι χρονολογικά πρωτεύουσες και θεμελιωδώς διαμορφωτικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας (εντός της οικογένειας) – αδιαμεσολάβητες από προηγούμενες δομήσεις[27], καθοριζόμενες από μια ορισμένη συνθήκη πρόσβασης σε υλικούς, κοινωνικούς, πολιτισμικούς πόρους μιας ορισμένης κοινωνικής θέσης σε μια ορισμένη στιγμή του πεδίου, τείνουν να περι-ορίζουν αυτό που οι κοινωνικοί δρώντες μπορούν να αντιληφθούν, να σκεφθούν και να πράξουν[28]. Συνεπώς, προδια-θέτουν προς ορισμένες τοποθετήσεις ή θεσιληψίες[29] στον κοινωνικό κόσμο, προς ορισμένες συμβολικές και αξιολογικές σημάνσεις της κοινωνικής πραγματικότητας, των αγαθών και των διακυβευμάτων της, προς την επιδίωξή τους και προς ειδικές στρατηγικές, πρακτικές και λόγους απόκτησής τους (που σε μια ορισμένη δομή και ιεραρχία του κοινωνικού κόσμου έχουν διαφορική τιμή – συμβολικά αποτιμώμενη αξία και σχετικό πρακτικό αποτέλεσμα- και μπορούν να τους αποφέρουν διαφορικώς αποτιμώμενα αγαθά-κέρδη[30]).

Για την κοινωνική επιστήμη, κατά τον Bourdieu, η έννοια του «συμφέροντος»[31] μορφοποιείται στη τομή και στη διαλεκτική μεταξύ του Είναι και του Αντιληπτού Είναι, του αντικειμενιστικά ορισμένου και προσδιορίσιμου κόσμου, και του αντιληπτικά αναπαριστώμενου κόσμου, οι οποίοι αν και συνδέονται στενά, δεν μπορεί να αναχθεί ο ένας στον άλλον[32]. Σε αντίθεση με μηχανιστικές μαρξιστικές εννοιολογήσεις του συμφέροντος και την αναπτυξιακή λογική μεταξύ αντικειμενικών όρων και υποκειμενικής γνώσης, που μεταθέτει το αντικειμενιστικά προσδιορίσιμο συμφέρον στην υποκειμενική συνείδηση (εξισώνοντας αντικειμενικό ταξικό-υποκειμενικό συνειδητό συμφέρον[33]), ο Bourdieu πραγματεύεται την έννοια του “intérêt” εντός και μέσω της εννοιολόγησης της σχέσης μεταξύ πεδίου και habitus. Το συμφέρον ενός κοινωνικού δρώντος δεν νοείται ανεξάρτητα από το πεδίο όπου ενεργεί και τη θέση του σ’ αυτό το πεδίο σε μια ορισμένη στιγμή, τη κοινωνική του διαδρομή εντός και εκτός του πεδίου (με τις αμοιβαίες επιδράσεις που μπορούν να επιφέρουν), καθώς και την ιστορία του ίδιου του πεδίου και των σχέσεών του με τα άλλα πεδία (πάντοτε σε συνάρτηση με την -προδιατεθειμένη- δομική κοινωνική δράση). Το συμφέρον διατηρεί την σημασία του κινήτρου, της κινητήριας δύναμης (conatus), αλλά ως κοινωνικά θεμελιωμένη «βούληση» και γνώση, μια «κοινωνικοποιημένη libido», που υπάρχει μόνο στη σχέση μεταξύ ενός κοινωνικού χώρου-πεδίου συγκροτημένου βάσει ορισμένων αρχών (βάσει της ιεραρχίας κεφαλαίων και των αξιών που κυρίως η κυρίαρχη μορφή κεφαλαίου ορίζει) και δρώντων κοινωνικά προδιατεθειμένων και ικανών, προικισμένων με τις κοινωνικές αρχές θεώρησης και διάκρισης, ώστε να αναγνωρίσουν και να αποτιμήσουν σύμφωνα με τις αρχές του πεδίου τα διακυβεύματά του και να κινητοποιηθούν προς την επιδίωξή τους[34].

Βάσει της ιστορικότητας των εννοιών, των αντικειμενοποιημένων και υποκειμενοποιημένων συμβολικών κατηγοριών και των πραγματικοτήτων που αυτές συλλαμβάνουν, η σχέση μεταξύ πεδίου και habitus[35] είναι μια σχέση (πρωταρχικώς και κατά χρονική προτεραιότητα και αναγκαιότητα) επικαθορισμού – που ορίζει – και μια σχέση γνώσης[36]. Οι κοινωνικοί δρώντες αναγιγνώσκουν, καθιστούν σημαντικό τον κοινωνικό κόσμο σύμφωνα με εκείνες τις αρχές με τις οποίες έχει ο ίδιος ιστορικά συγκροτηθεί, διαφοροποιημένες στους διάφορους κοινωνικούς μικρόκοσμους, αλλά και στα διάφορα υπο-πεδία από τα οποία αυτοί αποτελούνται, καθώς και στις διάφορες θέσεις εντός των κοινωνικών χώρων[37] ∙ ακόμη διαφοροποιούνται ατομικά, βάσει της κοινωνικής διαδρομής κάθε δρώντος. Ωστόσο, η σχέση μεταξύ θέσης και θεσιληψίας δεν είναι άμεση και μηχανιστική[38]. Οι επικαθορισμοί, οι δυνατότητες και οι περιορισμοί που σχετίζονται με μια ορισμένη θέση σε μια ορισμένη στιγμή του πεδίου επενεργούν πάντοτε διαμεσολαβημένες από τον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας του habitus: ως διαρκής δομικός μηχανισμός, ως ιστορία εσωτερικευμένη (λησμονημένη ως ιστορία, δηλαδή ως ενεργή ιστορία) και μετασχηματισμένη σε οιονεί φύση, δομεί κάθε στιγμή την αναπαράσταση της πραγματικότητας και την πρακτική δραστηριότητα σε αυτήν βάσει ενσωματωμένων πρακτικών ταξινομιών μέσω μιας πρακτικής γενίκευσης, μιας αναλογικής πρακτικής μεταβίβασης των μεταθέσιμων σχημάτων του habitus στη βάση κεκτημένων ισοδυναμιών και υπαγωγής συγκεκριμένων επιμέρους παροντικών πρακτικών απαιτήσεων και προβλημάτων σε κατηγορίες προβλημάτων, στα πλαίσια μιας διαδικασίας κατά την οποία η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα (μέσω των πρακτικών προϊόντων αυτής της διαδικασίας), καθώς και η αναπαράστασή της, οι γνωστικές, αποτιμητικές και κινητήριες δομές του habitus, μετασχηματίζονται με έναν διατεταγμένο, οριζόμενο από τις πρακτικά δομημένες και λειτουργικές αρχές της έξης τρόπο[39]. Οπότε, θα μπορούσε να υποτεθεί πως δύο κοινωνικοί δρώντες που μπορεί να θεωρηθεί πως κατέχουν ίδια ή ομόλογη θέση στον κοινωνικό χώρο, δηλαδή με παρόμοιο όγκο και σύνθεση κεφαλαίων, αλλά με διαφορετική κοινωνική διαδρομή και πορεία λήψης αυτής της θέσης, μπορεί να είναι φορείς διαφορικών προδιαθέσεων, γνωστικών, αποτιμητικών και κινητήριων αρχών, συνεπώς να προ-τείνουν προς διαφοροποιημένες και διαφοροποιητικές πρακτικές και αναπαραστάσεις, προς διαφορικές θεσιληψίες, δομώντας και μετασχηματίζοντας –διαδραστικά και συσχετιστικά– τον κοινωνικό κόσμο στα πλαίσια της δυναμικής μεταξύ των συσχετισμών δυνάμεων και των αποτελεσμάτων που ολικά επιφέρουν οι κοινωνικές δράσεις στην κοινωνική δομή.

Είναι, λοιπόν, το αντιληπτό συμφέρον που ορίζει τις στρατηγικές δράσεις, επιδιώξεις και φιλοδοξίες των δρώντων (κι όχι το εξωτερικά, «σχολαστικά»[40] προσδιορίσιμο συμφέρον), που ωστόσο έχει συγκροτηθεί σε στενή συνάφεια με την αντικειμενική (και αντικειμενιστική) πραγματικότητα. Επομένως, η σχέση εγγύτητας στον κοινωνικό χώρο δεν συνεπάγεται κατά αναγκαιότητα την αντιληπτή ταύτιση συμφερόντων, την ταξική ή ομαδική-συλλογική «αυτοσυνειδησία» και πολιτική δράση, αλλά ορίζει μόνο μια αντικειμενική δυνατότητα, ενώ η συλλογική δράση δύναται, έτσι, να προκύψει – υπό προϋποθέσεις – και μεταξύ θέσεων με μεγαλύτερη μεταξύ τους απόσταση, ωστόσο με υψηλότερη δυνατότητα ρήξης και προσωρινότητας[41]. Αυτή η σχετική αυτονομία των συμβολικών μορφών[42], που δύνανται να λειτουργήσουν τόσο ως δυνάμεις μετασχηματισμού όσο και αδράνειας, καθιστά δυνατή στα πλαίσια του κοινωνικού ανταγωνισμού[43] την στρατηγική ενίσχυση των συμβολικών διακρίσεων (που μπορούν έτσι να συγκροτηθούν ως απόλυτες μικρές διαφορές) όπου οι κοινωνικές διαφορές και διακρίσεις είναι εκ των πραγμάτων μικρές και οι συμβολικές διακρίσεις μέγιστα αποδοτικές, δηλαδή μεταξύ δρώντων και ομάδων δρώντων που κατέχουν ομόλογες θέσεις στο πεδίο, ενώ με τον ίδιο τρόπο ευρύτερες θεσιακές διαφορές μπορούν στρατηγικά-πολιτικά-συμβολικά να αρθούν για την συγκρότηση ενός κοινού -αντιληπτικά- συμφέροντος.

Η σχέση μεταξύ είναι και αντιληπτού είναι, που συνδέονται διαλεκτικά, μεταξύ ενός αντικειμενιστικού οντολογικού συμφέροντος και ενός υποκειμενιστικού αντιληπτού (δοξικού) συμφέροντος, αποτελεί η ίδια προϊόν και διακύβευμα στους αγώνες μεταξύ κοινωνικών δρώντων, οι οποίοι ορίζονται από αυτήν την ίδια την διαλεκτική σχέση πεδίου και habitus. Μια ορισμένη κατάσταση του κοινωνικού κόσμου αποτελεί προϊόν μιας ορισμένης ισορροπίας δυνάμεων, προϊόν διαμάχης για την κατανομή των μορφών κεφαλαίου και της σχετικής αξίας τους – διαμάχη που ορίζεται από τις συνθήκες πρόσβασης σ’ αυτούς τους κοινωνικά αποδοτικούς πόρους που ορίζουν και την αναπαράσταση του κοινωνικού κόσμου, τα αντιληπτά συμφέροντα (την αναπαράσταση των συμφερόντων) και τη δράση στον κόσμο – αλλά και για την ίδια αυτήν την αναπαράσταση του κόσμου ∙ αποτελεί προϊόν διαμάχης μεταξύ κοινωνικών δρώντων, φορέων διαφορικής ισχύος, για την ισχύ επιβολής μιας ορισμένης κατανομής των μορφών ισχύος, για την ισχύ επιβολής ενός νόμιμου ορισμού για τον κόσμο, και για τις συνθήκες-τους όρους που εξασφαλίζουν τη δυνατότητα απόκτησης και άσκησης αυτής της ισχύος, δηλαδή των μορφών κεφαλαίου, και για τον προσδιορισμό της ιεραρχίας-της σχετικής αξίας τους. Από την στιγμή που ορισμένες διαφορές, διαιρέσεις αντικειμενοποιηθούν στον κοινωνικό χώρο, πραγματώνονται οι καίριες προϋποθέσεις αναπαραγωγής τους, καθώς ορίζουν την παραγωγή και την αναδόμηση των αντιληπτικών και αποτιμητικών προδιαθέσεων σύμφωνα με την εγγενή αναγκαιότητά τους, επομένως, την εφαρμογή στον κοινωνικό κόσμο αρχών θεώρησης και διάκρισης που αποτελούν προϊόν μιας ορισμένης συνθήκης αυτού του κόσμου, και τον οποίο τείνουν, με τον τρόπο αυτό, να αναπαριστούν ως φυσικό, νόμιμο και μόνιμο. Οι κοινωνικά ισχυρότεροι δρώντες δύνανται, λοιπόν, βάσει μιας ορισμένης συνθήκης πρόσβασης σε κοινωνικούς πόρους, να κάνουν τον κόσμο να λειτουργεί σύμφωνα με τα συμφέροντά τους, εκκαθολικεύοντας[44] μια αναπαράσταση του κόσμου, ορισμένων αρχών αντίληψης αποτίμησης και δράσης που αποτελούν παράγωγο μιας ορισμένης θέσης εντός του κόσμου. Με τον τρόπο αυτό συγκροτούν μια αγορά αγαθών, καθώς και τις διαφορετικές τιμές τους, και μια αγορά πρακτικών και λόγων διαφορικής τιμής για την απόκτησή τους ∙ κατασκευάζουν μια ολόκληρη υλική και συμβολική οικονομία δράσης, επί των αρχών της οποίας ασκούν έλεγχο, οργανώνοντας κοινωνικά τα συμφέροντα και τα κέρδη αυτής της κοινωνικής δράσης[45]. Συνεπώς, ο κοινωνικός ανταγωνισμός για πόρους τείνει να λάβει ως περιεχόμενο τη διαμάχη για τα ίδια είδη και σύνθεση κεφαλαίων, αλλά και ως μορφή τα ειδικά μέσα και τρόπους απόκτησής τους, όπως ορίζονται από τους κυρίαρχους δρώντες και ομάδες κοινωνικών δρώντων, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό τις μεγαλύτερες πιθανότητες αναπαραγωγής της κατεστημένης κοινωνικής διάταξης και της διατήρησης των συγκεκριμένων ομάδων στην κορυφή της εξουσίας[46]. Η συναίνεση, λοιπόν, για τη σημασία των πρακτικών και του κόσμου βρίσκει τη βάση της στις αντικειμενικές δομές δόμησης της έξης, σε μια επιβεβλημένη συμφωνία μεταξύ αντικειμενικών και κοινωνικών δομών, που αποτελεί το ισχυρότερο θεμέλιο της κυριαρχίας[47] και ορίζει την δοξική σχέση με τον κόσμο, μια σχέση άμεσης πίστης στα διακυβεύματα και τις αξίες του.

Η τροπικότητα της σχέσης μεταξύ habitus και πεδίου – που μπορεί να κυμαίνεται από την πλήρη συμφωνία μεταξύ κοινωνικών και νοητικών δομών, έως την πλήρη ασυμφωνία[48] – ορίζει την επιστημική, γνωστική καθώς και την ηθική (και πολιτική) στάση των κοινωνικών δρώντων προς τον κοινωνικό κόσμο ή μάλλον προς ένα ορισμένο πεδίο του κοινωνικού κόσμου. Αυτή την τροπικότητα της σχέσης πεδίου-habitus εκφράζουν και συλλαμβάνουν οι έννοιες του συμφέροντος (interest) ή illusion, της αδιαφορίας (indifference) και του αποσυμφέροντος[49] (disinterestedness). Η σχέση με τον κόσμο που ορίζει η «αδιαφορία» έγκειται στην αδυναμία επιστημικής διάκρισης και διαφοροποίησης της πραγματικότητας, των πρακτικών και των λόγων των κοινωνικών δρώντων, καθώς και στην σχετική μη-αναγνώριση των διακυβευμάτων του πεδίου και της κρισιμότητάς τους ∙ ο κοινωνικός κόσμος αναπαρίσταται ως ομοιογενής, αδιαφοροποίητος, δηλαδή κενός νοήματος κα αξίας. Συνεπώς, ο αδιάφορος κοινωνικός δράστης δεν «υποκινείται» και δεν «κινητοποιείται» από το παιχνίδι να συμμετάσχει στο κοινωνικό παιχνίδι, μένει ασυγ-κίνητος από και προς τα διακυβεύματά του, απαθής και «αναίσθητος» από και προς αυτό[50]. Αντίθετα, η επιστημική και ηθική σχέση που η έννοια του «illusion» συλλαμβάνει και αποδίδει μεταξύ δρώντος και πεδίου είναι μια σχέση «αμοιβαίας κατοχής» ή «οντολογικής συνέργειας», μια οιονεί οντολογική σχέση που ορίζει μια γνωστική και ηθική σχέση, κατά την οποία το άτομο εισερχόμενο σ’ έναν ιστορικά και κοινωνικά συγκροτημένο κόσμο, καθορίζεται από αυτόν, τον ενσωματώνει υπό τη μορφή ταξινομικών κατηγοριών (με τον τρόπο αυτό καθίσταται κοινωνικά δρών), και τον θεάται, τον νοηματοδοτεί και τον κρίνει (καθώς και δρά σ’ αυτόν) βάσει αυτών των νοητικών και σωματικών σχημάτων[51], έχει, λοιπόν, μια πρακτική γνώση αυτού πεδίου.

Πρόκειται για μια σχέση κοινής και αμοιβαίας επένδυσης[52]: ένας κοινωνικός δράστης, όντας κοινωνικά επενδεδυμένος και ενσωματωμένος σε ένα πεδίο, επενδύει και επενδύεται σ’ αυτό ψυχαναλυτικά, υλικά και κοινωνικά. Δύναται να ανα-γνωρίσει το παιχνίδι και τα διακυβεύματά του, να τα αποτιμήσει ως άξια να τα επιδιώξει, να κινητοποιηθεί και να ευαισθητοποιηθεί από και προς το παιχνίδι, μόνο στο βαθμό που κατέχει τις κοινωνικά συγκροτημένες αρχές θεώρησης και διάκρισης (δηλαδή στο βαθμό που είναι πρακτικά ευαισθητοποιημένος) που αντιστοιχούν στις κοινωνικές διαιρέσεις και διακρίσεις του πεδίου (από τις οποίες έχουν παραχθεί και ανα-δομηθεί) και οι οποίες ορίζουν και οργανώνουν την αντίληψη και την δράση[53] εντός του πεδίου. Κοινωνικοί δρώντες που κατέχουν διαφορετικές θέσεις εντός του πεδίου, μπορεί να διαφωνούν ως προς την κατανομή των μορφών κεφαλαίου, την σχετική αξία τους, ωστόσο, συμφωνούν, άρρητα εξ ου και αναντίρρητα, ως προς την κρισιμότητα του παιχνιδιού και των διακυβευμάτων του. Παραδόξως, είναι αυτή η πρωταρχική και λανθάνουσα «συμφωνία», προϊόν αντικειμενικής εναρμόνισης κοινωνικών και νοητικών δομών, του απλού γεγονότος της μετοχής τους στο παιχνίδι, που αποτελεί τη βάση και το θεμέλιο του ανταγωνισμού και της διαμάχης μεταξύ των δρώντων και παράγει τα διακυβεύματα και την αξία που τους αποδίδεται, ορίζοντας τις συνθήκες έλλειψής τους[54].

Καθίσταται, λοιπόν, προφανής η αντίθεση της εννοιολόγησης του συμφέροντος και της δράσης από τον Bourdieu με εκείνη που πληροφορεί τον ωφελιμιστικό οικονομισμό. Το θεωρητικό και εμπειρικό πρόγραμμα του Bourdieu έχει συγκροτηθεί στα πλαίσια μιας ερευνητικά παραγμένης πεποίθησης στη δυνατότητα, καθώς και αντίληψης για τις ειδικές επιστημικές και κοινωνικές συνθήκες δυνατότητας, μιας γενικής ενοποιημένης και ενοποιητικής, συνεπώς συγκριτικής, θεωρίας της πρακτικής. Προσανατολίζεται, λοιπόν, τόσο στη διερεύνηση των αντικειμενικών, μακροδομικών και μακροιστορικών κανονικοτήτων της ιστορικής κοινωνικής πραγματικότητας, όσο και στη μελέτη της υποκειμενικής σκέψης και δράσης σε επιμέρους μικροκοινωνιολογικά συμφραζόμενα και κυρίως (καθώς και καθοριστικά) στην σχέση μεταξύ των δύο. Η ιστορικά και κοινωνικά τοποθετημένη χρονική διαλεκτική μεταξύ αντικειμενικών και υποκειμενικών δομών[55] αποτελεί τη (θεωρητική και μεθοδολογική) βάση της αναλυτικής ανάγνωσης και επαλήθευσης τόσο της τροπικότητας της συσχέτισής τους, όσο και της τροπικότητας των παραχθέντων και παραγομένων αποτελεσμάτων της. Αυτό το αναλυτικό σχήμα καθιστά δυνατή την εκπλήρωση του κοινωνιολογικού επιστημολογικού αξιώματος του «αποχρώντος λόγου», του «λόγου αιτίας» των πρακτικών, ταυτόχρονα, όμως, (καθιστά δυνατή και) προσδιορίζει και επιτάσσει την επιστημολογική ρήξη τόσο με την ιθαγενή αναπαράσταση της πρακτικής, όσο και με την σχολαστική θεώρηση της πρακτικής, που αποτελούν και οι δύο προϊόν μιας ειδικής αλλά διαφορικής σχέσης μεταξύ κοινωνικών και γνωστικών δομών, μιας διαφορικής κοινωνικής και επιστημικής συνθήκης[56].

Ο ωφελιμιστικός οικονομισμός[57] μετέχει και των δύο σφαλμάτων: αφενός, αναγνωρίζοντας μόνο μια μορφή συμφέροντος, ανάγοντας την κινητήρια δύναμη της πρακτικής στο ατομικό υλικό κέρδος, εκκαθολικεύει μια μορφή συμφέροντος που έχει παραχθεί εντός και μέσω ενός ορισμένου και ιστορικά παραγμένου πεδίου και το οποίο απαιτείται για τη λειτουργία και αναπαραγωγή του, ενώ αφετέρου, τοποθετώντας την επιστημική αρχή της πρακτικής σε συνειδητά τιθέμενους λόγους και στον τελεολογικά λελογισμένο σχεδιασμό επίτευξής τους, προβάλει και μια νοησιαρχική θεώρηση της πρακτικής ως προϊόν ενός υποκειμένου καθολικού και υπερορθολογικού, κοινωνικά πρότερου και ακαθόριστου (συνεπώς και εναλλάξιμου), που αντιδρά ορθώς-λογικά σε ορθολογικά εγνωσμένες πραγματικές και καθολικά προσφερόμενες ευκαιρίες[58]. Η πραξιακή θεωρία της πρακτικής του Bourdieu, αντιθέτως, επισημαίνει την ιστορική συγκρότηση διαφορετικών πεδίων με διαφορετικές αξίες και ρυθμιστικές αρχές, με διαφορετική ιεραρχία και τιμές μετατροπής κεφαλαίων που παράγουν ειδικές μορφές συμφέροντος, παράγοντας διαφορικώς συγκροτημένα habitus[59] και διαφορετικές «οικονομίες» πρακτικών που δεν έχουν ως αρχή την οικονομική λογική (τις αρχές συγκρότησης και λειτουργίας ενός ιστορικού καπιταλιστικού οικονομικού πεδίου -αντικειμενοποιημένες και εσωτερικευμένες)[60] ή τους σχολαστικά τιθέμενους συνειδητούς, ορθολογικούς λόγους, ωστόσο είναι «λογικές».

Η πραξεολογική ανάλυση επιχειρεί να συλλάβει αυτήν την λογική της πρακτικής στην πρακτική της διάσταση, γρηγορώντας ενάντια στην υποκατάσταση των πρακτικών λόγων της δράσης από τους ακαδημαϊκούς-«επιστημονικούς» λόγους εξήγησης της δράσης[61]. Συνεπώς στρέφεται στην εμπειρική διερεύνηση των ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών γένεσης (ανα-δόμησης) και λειτουργίας των υποκειμενικών γνωστικών, αντιληπτικών και κινητήριων δομών και στη μελέτη και προσδιορισμό των δυνητικοτήτων σκέψης και δράσης που διανοίγονται κάθε στιγμή στη σχέση μεταξύ ενός habitus, συγκροτημένου σε ορισμένες συνθήκες πρόσβασης σε υλικούς και πολιτισμικούς πόρους, και ενός ορισμένου πεδίου σε μια ορισμένη στιγμή (δηλαδή σε μια ορισμένη κατάσταση της ισορροπίας δυνάμεων εντός του πεδίου, της κατανομής των πόρων στον χώρο και της ιεραρχίας τους και σε μια ορισμένη σχέση με άλλα πεδία). Αυτή η προσέγγιση έρχεται σε αντίθεση με την διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου, την θετικιστική θεώρηση της γνώσης και την νοησιαρχική παραδοχή περί υπεριστορικών καθολικών νοητικών δομών και αρχών (τις «φιλοσοφίες της συνείδησης»), ορίζοντας μια προδιαθετική και πολιτική φιλοσοφία δράσης. Η πρακτική αποτελεί προϊόν μιας διαφορικής σχέσης μεταξύ habitus και πεδίου, μια τροπικότητα της οποίας αποτελεί η ομολογία κοινωνικών και νοητικών δομών που ορίζει την άμεση προσαρμογή των κοινωνικών δρώντων στις αναγκαιότητες και τάσεις του πεδίου και την δυνατότητα μιας πρακτικής-προαναστοχαστικής προνοητικότητας, μιας προνοητικής προσαρμογής στις επικλήσεις του μ’ έναν συνεκτικό και συστηματικό τρόπο, που αποτελεί και την αρχή μιας επαρκούς (επιτυχούς) κοινωνικής πρακτικής[62]. Η λογική της πρακτικής, λοιπόν, δεν είναι εγγεγραμμένη σε καθολικές αρχές της νόησης, αλλά είναι εγγενής σε ένα ιστορικό σύστημα κοινωνικών σχέσεων κατατεθειμένων εντός των υποκειμένων υπό τη μορφή νοητικών και σωματικών σχημάτων. Επομένως, οι πρακτικές των δρώντων μπορεί να είναι λογικές (reasonable) χωρίς να είναι ορθολογικές (rational) ∙ να μην στηρίζονται σε μια ορθολογική γνώση του κοινωνικού κόσμου και στον συνειδητό υπολογισμό των ευκαιριών, αλλά να είναι αποδοτικές όντας προϊόν μιας πρακτικής γνώσης[63] του κόσμου, δίνοντας την εντύπωση στον εξωτερικό παρατηρητή μιας επιτυχούς στόχευσης σε ένα μέλλον που τίθεται ως τέτοιο[64].

Αυτή η προδιαθετική εννοιολόγηση της πράξης έρχεται σε αντίθεση και με την έννοια του σχεδίου, του τελεολογικού σχήματος εξήγησης που απαντάται στις θεωρίες ορθολογικής επιλογής/δράσης οι οποίες πληροφορούν την οικονομιστική σκέψη, με δύο τρόπους. Αφενός, επισημαίνει την χρονική λογική δόμησης και αναδόμησης του habitus (των γνωστικών και κινητήριων δομών του), την ατομική ιστορία των κοινωνικών δρώντων -συνάρτηση και της συλλογικής- που ορίζεται από τον διαλεκτικό μετασχηματισμό των δομών προτίμησης, αποτίμησης και δράσης και των υποκειμενικών φιλοδοξιών[65] – που ορίζουν και την κίνηση των δρώντων στον κοινωνικό χώρο, τις θεσιληψίες τους και την αναδόμηση του ίδιου του πεδίου – σε σχέση με τις αντικειμενικές δομές, την μετασχηματιζόμενη διάρθρωσή τους και τους συσχετισμούς των κοινωνικών δυνάμεων. Συνεπώς, αίρεται η «εντελεχής» και ωφελιμιστική εξήγηση μιας ορισμένης θεσιληψίας ως εγγενούς σε μια χρονικά πρότερη αρχή-εκκίνηση δράσης, της οποίας αποτελεί την προσχεδιασμένη κατάληξη. Στα πλαίσια της ίδιας εννοιολόγησης της χρονικότητας της δράσης, η πραξιακή ανάλυση ορίζει μια κοινωνιολογική φαινομενολογία που αντιπαρατίθεται στην θετικιστική σύλληψη του χρόνου και της χρονικής εμπειρίας. Επειδή η πρακτική είναι το προϊόν ενός habitus που έχει ενσωματώσει τις εγγενείς κανονικότητες και τάσεις του κόσμου, περιλαμβάνει μια μη-θετική αναφορά σε ένα μέλλον που είναι εγγεγραμμένο στην αμεσότητα του παρόντος, μια προστοχαστική πρόνοια ενός μέλλοντος που παρίσταται στον κοινωνικό δρώντα ως άμεσα επικείμενο (στο βαθμό που μπορεί να το αντιληφθεί ως εγκυμονούμενο στο πεδίο), ως οιονεί παρόν σε μια σχέση «πίστης-δόξας», στα πλαίσια μιας πρακτικής δραστηριότητας που παράγει και υπερβαίνει τον ιστορικό χρόνο «μέσω της πρακτικής κινητοποίησης ενός παρελθόντος και πρακτικής προνοητικότητας ενός μέλλοντος (που γίνεται αντιληπτό) ως εγγεγραμμένο στο παρόν σε μια κατάσταση αντικειμενικής δυνητικότητας»[66].

Στη βάση της ιστορικής διαλεκτικής σχέσης πεδίου-habitus, των διαφόρων μορφών κεφαλαίου, της ιστορικής γένεσης και λειτουργίας διαφορικά δομημένων πεδίων (με τις δικές τους ρυθμιστικές αρχές και διαφορική -αλλά δυναμική- ιεράρχηση κεφαλαίων στο εσωτερικό τους), καθίσταται κοινωνιολογικά και κοινωνικά-αντικειμενικά δυνατή η ύπαρξη μιας ειδικής μορφής συμφέροντος, του αποσυμφέροντος (disinterestedness) ή της αποσυμφεροντικής προδιάθεσης, ως κοινωνικά συγκροτημένη έξη απώθησης ή μετασχηματισμού του συμφέροντος υπό την στενή και αντιθετικά οριζόμενη – σύμφωνα με την κυρίαρχη αναπαράσταση εντός αυτών των πεδίων ή κοινωνιών – έννοια του οικονομικού συμφέροντος[67]. Ιστορικά και εμπειρικά καταγεγραμμένοι τόποι παραγωγής αυτής της ειδικής πίστης ή δόξας αποτελούν τα πεδία της πολιτισμικής παραγωγής, όπως το καλλιτεχνικό, το επιστημονικό, το πεδίο ή σύνολο των γραφειοκρατικών πεδίων, το θρησκευτικό πεδίο καθώς και το πεδίο της οικογένειας-συγγένειας, που έχουν τη βάση τους σε μια οικονομία των συμβολικών αγαθών, των συμβολικών κερδών, δηλαδή στην επιδίωξη συμβολικών συμφερόντων, της ειδικής μορφής του συμβολικού κεφαλαίου[68] σύμφωνα με τις μορφές κεφαλαίων που είναι συστατικές και ενεργές εντός κάθε πεδίου[69].

Μια ιστορική περίπτωση παραγωγής αυτής της κοινωνικά προδιατεθειμένης αποσυμφεροντικής αντίληψης, αποτίμησης και δράσης συνιστούν οι προκαπιταλιστικές κοινωνίες[70] που χαρακτηρίζονται από την στενή συνάφεια ή σύμπτωση οικονομικής, κοινωνικής-συγγενικής, πολιτικής και θρησκευτικής τάξης, όπου δηλαδή δεν έχουν διαφοροποιηθεί, δεν έχουν αυτονομηθεί τα διάφορα πεδία δράσης που συγκροτούν το κοινωνικό σύμπαν των καπιταλιστικά ανεπτυγμένων κοινωνιών[71]. Χαρακτηριστικό αυτών των προκαπιταλιστικών κοινωνιών αποτελεί η συνύπαρξη, η συνάρτηση και ο αλληλοπεριορισμός του οικονομικού και του συμβολικού συμφέροντος[72], της αγοράς των οικονομικών και των συγγενικών σχέσεων[73], των υλικών και των συμβολικών αγαθών, του ατομικού και του συλλογικού, οικονομικού και συμβολικού συμφέροντος, που ενεργοποιούν ένα σύνολο σύνθετων πρακτικών διαχείρισής τους εκ μέρους των ατόμων και των ομάδων με κυρίαρχες τις στρατηγικές συμβολικής ανασήμανσης των οικονομικών σχέσεων. Οι κοινωνίες και τα κοινωνικά αυτά (υπο)πεδία (οι διάφορες κοινωνικές κατηγορίες, όπως της οικογένειας) είναι συγκροτημένα με τέτοιο τρόπο, ώστε η ρητή παραδοχή αλλά και η έντονη επίδειξη υπολογιστικού πνεύματος μπορεί να επιφέρει συμβολικές ζημίες για άτομα και ομάδες, με συνέπεια να πλήττονται και τα οικονομικά τους συμφέροντα βραχυπρόθεσμα ή και μακροπρόθεσμα, υπονομεύοντας τη θέση τους στη κοινωνική διαπραγμάτευση των ανταλλαγών υλικού και συμβολικού κεφαλαίου[74].

Αυτή η απόκρυψη ή άρνηση της οικονομικής διάστασης των ανταλλαγών πραγματοποιείται με τον συμβολικό μετασχηματισμό των σχέσεων ως μη-υπολογιστικών μέσω ενός σύνθετου συνόλου λεκτικών θέσεων και πράξεων που παράγουν αναπαραστάσεις για αυτές τις σχέσεις, τα ανταλλασσόμενα αντικείμενα και τις περιστάσεις ανταλλαγής, συγκροτούν το υποκειμενικό βίωμά τους και εξαντικειμενικεύουν τα νοήματα αυτά στον κοινωνικό κόσμο[75]. Για να λειτουργεί αυτός ο μετασχηματισμός απαιτείται αυτή η συμβολική εργασία ανασήμανσης να είναι συλλογική, προϋποθέτει, λοιπόν, ένα σύστημα σχέσεων οργανωμένων βάσει αυτών των νοημάτων, εντός των οποίων να κοινωνικοποιούνται τα ατομικά υποκείμενα, να εσωτερικεύουν τις κατηγορίες δόμησης, σημαντικής και πρακτικής, αυτών των σχέσεων και όταν τις εφαρμόζουν να γίνονται οι πράξεις και οι λόγοι τους κατανοητοί και να τούς αποφέρουν τα προσδοκώμενα κέρδη, υλικά και συμβολικά, στο βαθμό που μπορούν να τα επιτύχουν βάσει της κοινωνικής τους θέσης στο πλαίσιο των κοινωνικών ανταγωνισμών.

Συνεπώς, αυτές οι συμβολικές πράξεις μετασχηματισμού συνιστούν γνωστικές πράξεις, καθώς προϋποθέτουν τη γνώση, τη χρήση και την αναγνώριση ενός συστήματος κατηγοριών σήμανσης του κοινωνικού κόσμου και των κοινωνικών πρακτικών και οργάνωσης της δράσης. Αυτές οι κατηγορίες αντίληψης, αξιολόγησης και δράσης, όμως, είναι κοινωνικά διαφοροποιημένες και αποτελούν συνάρτηση της διαφορικής πρόσβασης σε υλικούς και κοινωνικούς πόρους, της άνισης κατοχής και κατανομής των μορφών κεφαλαίου. Η πλεονεκτική πρόσβαση σε πόρους προσδίδει σε ορισμένες κοινωνικές κατηγορίες αυξημένη εξουσία παραγωγής, επιβολής και ιεραρχικής σήμανσης των δικών τους συστημάτων πεποιθήσεων, που εξυπηρετούν τα ειδικά τους συμφέροντα, επομένως και τη δυνατότητα να ελέγξουν τις ισοτιμίες μετατρεψιμότητας των διαφόρων μορφών κεφαλαίου και τις θεσμοθετημένες πρακτικές και μέσα απόκτησής τους. Αυτοί, λοιπόν, που είναι σε θέση να καρπωθούν κατά κύριο λόγο τα υλικά και συμβολικά οφέλη σύμφωνα με μια ορισμένη συγκρότηση του κοινωνικού κόσμου, είναι εκείνοι οι οποίοι έχουν καταφέρει να επιβάλουν τις δικές τους κατηγορίες δόμησης του κόσμου, βάσει της θέσης τους στον κοινωνικό χώρο, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό τις μεγαλύτερες δυνατές πιθανότητες αναπαραγωγής της κυριαρχίας τους, εξασφαλίζοντας τις συνθήκες αυτής της αναπαραγωγής, δηλαδή την ομολογία μεταξύ κοινωνικών δομών και νοητικών δομών.

Επομένως, ο συμβολικός μετασχηματισμός -συνεχώς εξαντικειμενικευόμενος- των οικονομικών σχέσεων σε σχέσεις στοργής, αφοσίωσης, οικειότητας (βάσει του κυρίαρχου ορισμού του είδους των κοινωνικών σχέσεων στα πλαίσια των οποίων επιτελείται), ο λεκτικός και πρακτικός «ευφημισμός»[76] της αντικειμενικής οικονομικής αλήθειας της ανταλλαγής, παράγει και επικυρώνει συνάμα προς όφελος εκείνου που την ασκεί ένα «κεφάλαιο αναγνώρισης», γνώσης και οικειοποίησης εκ μέρους των κοινωνικών δρώντων εκείνων των κατηγοριών με τις οποίες τα κοινωνικά κυρίαρχα υποκείμενα και ομάδες νοηματοδοτούν τον κόσμο. Αυτή η συμβολική κυριαρχία ανασημασιοδοτώντας την οικονομική διάσταση της ανταλλαγής, θεμελιώνοντας κοινωνικά την συλλογική παραγνώρισή[77] της, αποκρύπτει και νομιμοποιεί ταυτόχρονα τους άνισους όρους με τους οποίες αυτή μπορεί να επιτελείται, δηλαδή τις ίδιες τις κυριαρχικές σχέσεις, υλικές και συμβολικές, τις σχέσεις εκμετάλλευσης στις οποίες θεμελιώνεται.

Η διττότητα της αντικειμενικής αλήθειας των οικονομικών σχέσεων και σχέσεων εκμετάλλευσης και του υποκειμενικά βιωμένου νοήματος της γενναιοδωρίας, της αφοσίωσης και του συναισθήματος αποτελεί συνθήκη της συμβολικής οικονομίας, μιας οικονομίας της απροσδιοριστίας της οικονομικής αξίας, που καθιστά τις πρακτικές και στρατηγικές των υποκειμένων πάντοτε αμφίσημες, διατηρώντας το οικονομικό συμφέρον και τον υπολογισμό υπόρρητο ή απαρνημένο, με τρόπο όμως ώστε να εξασφαλίζονται οι οικονομικές λειτουργίες – με πρόταγμα τον μετασχηματισμένο ορισμό τους – τουλάχιστον για τους κυρίαρχα τοποθετημένους, συναιρούμενες παράλληλα με συμβολικά «μελήματα», απολαβές και στόχους.

 


[1] Βλ: Everett, “Organizational Research and the Praxeology of Pierre Bourdieu”, Organizational Research Methods, 2002 (5), σελ. 56-80.

[2] Καθώς και την προ-κριτική αναγωγή του προβλήματος της θεωρητικής συγκρότησης του αντικειμένου και των κριτηρίων επιστημονικότητας και εγκυρότητας σε μια τεχνική διαχείριση και ορθή χρήση εμπειρικών δεικτών και εφαρμογή πρακτικών διεργασιών, στην ορθή εφαρμογή μιας μεθοδολογίας. P. Bourdieu, L. Wacquant, “Against Theoreticism and Methodologism: Total Social Science”, An Invitation to Reflexive Sociology, σελ. 26-35.

[3] Για μια συνοπτική πραγμάτευση βλ. P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σελ. 36-59.

[4] Είναι η γενετική συνάφεια αντικειμενικών-υποκειμενικών δομών που θεμελιώνει την οντολογική και επιστημολογική τους συνύφανση. Βλ. P. Bourdieu, «Η αντικειμενικότητα του υποκειμενικού», Η Αίσθηση της Πρακτικής, κεφ. 9, σελ. 219-230.

[5] P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 2.

[6] Για μια ανάλυση της εθνογραφικής αναστοχαστικότητας του Bourdieu βλ: D. Robbins, “Sociology as Reflexive Science: On Bourdieu’s Project”, Theory, Culture & Society, 2007 (24), σελ. 77-99. Επίσης, για την συσχετιστική θεώρηση του Bourdieu και τα θεμέλια του έργου του στον Bachelard βλ: F. Vandenberghe, “The Real is Relational: An epistemological analysis of Pierre Bourdieu’s Generative Structuralism”, Sociological Theory, vol. 17, 1999 (1), σελ. 32-67.

[7] Κατά τον Bourdieu – και σύμφωνα με τον Cassirer – αυτή η ρεαλιστική αναπαράσταση του κοινωνικού κόσμου έχει την καταγωγή της στην «υποστασιακή προκατάληψη» της γλώσσας, που είναι καλύτερα προσαρμοσμένη να συλλαμβάνει πράγματα έναντι σχέσεων και καταστάσεις έναντι διαδικασιών. Η συσχετιστική σκέψη, που εισήχθη από τον δομισμό στις κοινωνικές επιστήμες, ερχόμενη σε ρήξη με τις ουσιοκρατικές αντιλήψεις, «χαρακτηρίζει κάθε στοιχείο μέσα από τις σχέσεις που το συνδέουν με τα άλλα στοιχεία συγκροτώντας ένα σύστημα από το οποίο αντλεί τη σημασία και τη λειτουργία του»: P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 13-14. P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σημ. 27, σελ. 15.

[8] Βλ. P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 44-46. Για μια κριτική αποτίμηση του αντικειμενιστικού τρόπου γνώσης στην ανθρωπολογία βλ. P. Bourdieu, “The objective limits of objectivism”, Outline of a Theory of Practice, κεφ. 1, σελ. 1-71.

[9] Βάσει της αναγνώρισης του κοινωνικού και ιστορικού χαρακτήρα του αντικειμένου της συνείδησης, της κοινωνικής πραγματικότητας, επιχειρηματολογείται πως ο κοινωνικός κόσμος δεν μπορεί να αναχθεί εξηγητικά, αλλά και οντολογικά σε ατομικές αποφάσεις, γνωστικές πράξεις και πεποιθήσεις, κι ακόμη, στις πράξεις συμβολικής αλληλεπίδρασης και στις διυποκειμενικές, συνειδησιακές γνωστικές και βουλησιαρχικές κατηγορίες και αρχές που θεωρούνται ότι τις διέπουν.

Για μια εφαρμοσμένη ανάλυση της αντίθεσης μεθοδολογικού ατομισμού και ολισμού βλ. M. Hollis, Φιλοσοφία των Κοινωνικών Επιστημών. Μια Εισαγωγή, Αθήνα 2005.

[10] Στο σημείο αυτό εισάγεται η κονστρουκτιβιστική οπτική στην θεωρία του Bourdieu, η – κοινωνικά προσδιορισμένη – ατομική συνείδηση και κοινωνική πράξη, η εμπειρία και το βιωμένο νόημα του κόσμου, που ορίζει την αντίληψη, την αποτίμηση και τη δράση στον κοινωνικό κόσμο, καθώς και η ιστορική δυναμικότητα, η αρχή μετασχηματισμού των δομικών σχηματισμών.

[11] Το «οικονομικό» ή «υλικό κεφάλαιο», δηλαδή οι διαθέσιμοι υλικοί πόροι, το «κοινωνικό κεφάλαιο», το σύνολο των μη υλικών μέσων που έχουν τα άτομα και οι ομάδες στη διάθεσή τους (δείκτες έντασης αποτελούν οι διαπροσωπικές σχέσεις, οι βραβεύσεις, οι προεδρίες ∙ το σύνολο των πραγματικών και δυνητικών πόρων που ανήκουν σ’ ένα άτομο ή μια ομάδα βάσει της κατοχής ενός ανθεκτικού δικτύου κοινωνικών σχέσεων αμοιβαίας γνωριμίας και αναγνώρισης), το «πολιτισμικό κεφάλαιο», που λαμβάνει δύο μορφές, την εξατομικευμένη (ό,τι εσωτερικεύεται μέσω της εκπαίδευσης και εξωτερικεύεται σε τρόπους συμπεριφοράς, ομιλίας) και την θεσμοθετημένη (πτυχία και σχολικοί τίτλοι) και το «συμβολικό κεφάλαιο», το οποίο καταμετρά την εξουσία, την αναγνώριση μιας κοινωνικής θέσης, δηλαδή ενός συνόλου ιδιοτήτων. Συγκεκριμένα το συμβολικό κεφάλαιο είναι οποιαδήποτε άλλη μορφή κεφαλαίου, όταν αυτή γίνεται αντιληπτή μέσω αρχών θεώρησης και διάκρισης που αποτελούν το προϊόν της εσωτερίκευσης των αντικειμενικών δομών κατανομής αυτής της μορφής κεφαλαίου. Βλ: Ch. de Montlibert, Εισαγωγή στην Κοινωνιολογική Συλλογιστική, σελ. 169. Ως κυρίαρχες αρχές διαφοροποίησης και ισχυρότερες συνολικά μορφές κεφαλαίου θεωρούνται το οικονομικό και το πολιτισμικό κεφάλαιο.

[12] Η ίδια η έννοια του «κεφαλαίου» συμπυκνώνει τις δύο αυτές σημασίες, της αξίας και της συσσώρευσής της, που παράγει κέρδη και (υπερ)αξία για τον κάτοχό της. P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σημ. 72, σελ. 118: “Capital is accumulated labor (in its materialized form or its “incorporated”, embodied form) which, when appropriated on a private, i.e. exclusive, basis by agents or groups, enables them to appropriate social energy in the form of reified or living labor”. Επίσης, Χρ. Νόβα-Καλτσούνη, «κεφάλαιο», Φιλοσοφικό και Κοινωνιολογικό Λεξικό, τ. 3, σελ. 51-53. P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 222-223.

[13] Βλ. την παρουσίαση και κριτική αποτίμηση της θεωρίας του Bourdieu από τον Sewell, ο οποίος, ωστόσο, βάσει μιας επιλεκτικής αναφοράς στο έργο του πρώτου φαίνεται να προτείνει μια αναπροσαρμογή και ορολογική ανασήμανση της θεωρίας του – με τους όρους «πόρος» και «σχήμα» να αντικαθιστούν τους αντίστοιχους «κεφάλαιο» και «έξη» – παρά ουσιωδώς κριτική και εναλλακτική (ανα-)θεώρησή της. W. Sewell, “A Theory of Structure: Duality, Agency and Transformation”, Logics of History: Social Theory and Social Transformation, σελ. 175-196.

[14] Για την αναλυτική, αλλά και εξηγητική και ευρετική αξία της χωρικής παράστασης του πεδίου βλ. P. Bourdieu, “Social Space and Symbolic Space”, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 1-13. Bourdieu, Η Διάκριση: κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης5, Αθήνα 2002.

[15] Στα πλαίσια αυτής της δυναμικής, ιστορικής σύλληψης της δομής, αίρεται η αντίστιξη δομής/δράσης, καθώς και αναπαραγωγής/μετασχηματισμού, καθώς τόσο η αναπαραγωγή όσο και ο μετασχηματισμός νοούνται ως προϊόν διαμαχών μεταξύ κοινωνικών δρώντων, οι οποίοι ως φορείς κεφαλαίου δύνανται να ασκήσουν δομική ισχύ επί του πεδίου αλλά μια διαφορική ισχύ σε διαλεκτική σχέση με την διαφορετικές θέσεις εντός του πεδίου και την κατανομή των κεφαλαίων σε αυτές. Μια κατάσταση του πεδίου, λοιπόν, αποτελεί προϊόν ενός συσχετισμού κοινωνικών-οικονομικών-πολιτικών δυνάμεων.

[16] P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σημ. 16, σελ. 76.

[17] Αυτοί οι νόμοι λειτουργίας των πεδίων, συνεπώς, δεν είναι εγγενείς, αμετάβλητοι, αλλά κοινωνικά-θεσμικά θεμελιωμένοι και διακυβευόμενοι στους αγώνες που φέρνουν αντιμέτωπα άτομα και ομάδες ∙ αντλούν την αναγκαιότητά τους, την αδράνεια και την δομική επίδρασή τους από το ίδιο το γεγονός της επιβολής τους, της παραγωγής τους στις ισορροπίες δυνάμεων μεταξύ δρώντων και κατηγοριών δρώντων.

[18] P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 3-7.

[19] Ωστόσο, μέσω της σύλληψης της σχετικής αυτονομίας των πεδίων, ο Bourdieu απορρίπτει τόσο μια λειτουργιστική υπερσυστημική θεώρηση της δομής (δομο-λειτουργισμός), όσο και μια ενοποιητική θεώρηση του πολιτισμού, ως ομοιόμορφα-κοινά καθιερωμένου και κατανεμημένου συστήματος αναπαραστάσεων (συμβολικής ανθρωπολογίας), καθώς και μια μονολιθική θεώρηση των κοινωνικών διαιρέσεων και την ακόλουθη αναγωγή των συγκρούσεων σε κάθε πεδίο ως έκφραση γενικών ταξικών διαφορών (μηχανιστικές μαρξιστικές θεωρήσεις). P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 220-222. P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σελ. 52.

[20] Έτσι, ο μετασχηματισμός αποτελεί προϊόν μεταβολής της σχέσης μεταξύ ενός πεδίου και του πεδίου της ισχύος. Σύμφωνα με την ανάλυση της έννοιας του πεδίου, ο Bourdieu απορρίπτει και μια υπεριστορική ή δια-ιστορική θεώρηση των σχέσεων μεταξύ των διαφόρων πεδίων πχ μεταξύ οικονομικού και πολιτισμικού πεδίου. Η σχέση τους είναι προϊόν της ιστορικής κοινωνικής δράσης, χωρίς να υφίσταται μια ορισμένη αναγκαστική νομοτέλεια, πέραν των κοινωνικών νόμων που τα κοινωνικά υποκείμενα, βάσει της κοινωνικής διαδρομής τους, της δομής και του όγκου κεφαλαίων που διαθέτουν, των πεδίων όπου δρουν και της σχετικής δύναμής τους, έχουν καταφέρει να επιφέρουν. Μια επιστημονικά καταγεγραμμένη συσχέτιση, συνεπώς, μεταξύ των πεδίων, αποτελεί – σύμφωνα με το αναλυτικό πλαίσιο, ευρετικό και εξηγητικό, της πραξιακής θεώρησης – μια ιστορικά και κοινωνικά συγκροτημένη και τοποθετημένη περίπτωση του δυνατού.

[21] P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 88. Δηλαδή, αυτά τα συστήματα προδιαθέσεων προσκτώνται εμπειρικά στα πλαίσια της κοινωνικής πρακτικής και διάδρασης, ωστόσο, λειτουργούν σε προ-διαλογικό και προ-συνειδητό επίπεδο διαμεσολαβώντας τον σχηματισμό των παραστάσεων της κοινωνικής πραγματικότητας και επικαθορίζοντας την πρόσληψη, ταξινόμηση και οργάνωση των αισθητηριακών και νοητικών δεδομένων που προκύπτουν στα πλαίσια της κοινωνικής διαδικασίας. Βάσει αυτών των πρωταρχικών ενσωματωμένων δομών, των προδιαθέσεων, δομούνται οι νέες εμπειρίες και ορίζονται οι πρακτικές των κοινωνικών δρώντων στα διάφορα πεδία της κοινωνικής δράσης. Το habitus, συνεπώς, ταυτόχρονα προϋποθέτει ιστορικά και (ανα)παράγει παροντικά (συγχρόνως ενεργεία και δυνάμει) δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στα οποία εντάσσεται το δρών υποκείμενο. Η πραγματωμένη δομή των κοινωνικών δράσεων, στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου συστήματος κοινωνικών σχέσεων, καθίσταται εσωτερικευμένη δομή (ιστορικά παραχθείσα) αντίληψης, αποτίμησης και δράσης για άτομα και ομάδες.

Αυτό το σχήμα δομικής ομολογίας αντικειμενικών δομών και νοητικών δομών θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια ιδιαίτερη μεταγραφή της μαρξιστικής σύλληψης της διαλεκτικής ενότητας υποκειμένου – αντικειμένου, από το κατεξοχήν επίπεδο της εργασίας σ’ εκείνο της καθημερινής κοινωνικής πρακτικής. Βλ. K. Marx, “Estranged Labor”, Economic and Philosophical Manuscripts of 1844, Marxists Internet Archive, URL= <http://www.marxists.org/archive/marx/works/1844/manuscripts/labour.htm&gt;, Δ. Πατέλης, «εξαντικειμένωση και απαντικειμένωση», Φιλοσοφικό και Κοινωνιολογικό Λεξικό, τ. 2, σελ. 167. Για μια πραγμάτευση της συνάφειας του έργου του Bourdieu με την εγελιανή και νεοκαντιανή φιλοσοφική παράδοση βλ: P. Redding, “Pierre Bourdieu: From Neo-Kantian to Hegelian Critical Social Theory”, Critical Horizons, 6:1, Leiden 2005, σελ. 183-204.

[22] «Η κοινωνική επιστήμη δεν μπορεί να «αντιμετωπίσει τα κοινωνικά γεγονότα ως πράγματα», κατά το αξίωμα του Durkheim, παρά μόνο αγνοώντας όσα οφείλουν στο γεγονός ότι αποτελούν αντικείμενα γνώσης (έστω κι αν πρόκειται για παραγνώριση) στην ίδια την αντικειμενικότητα της κοινωνικής ύπαρξης». P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 219.

[23] P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σελ. 12.

[24] Σύμφωνα με μια εγελιανή ανάγνωση της ανθρωπολογικής πρακτικής του Bourdieu, η πραξιακή ανάλυση κινείται από την καταγραφή, περιγραφή του εμπειρικά συγκεκριμένου, του άμεσα δοσμένου στη πρωτογενή εμπειρία (την αισθητηριακή περί του όλου αντίληψη) προς μια αφαίρεση, ως άρνηση της αισθητηριακής αμεσότητας στον σχηματισμό αφηρημένων εννοιών, που συλλαμβάνουν καθολικούς τύπους, υπερατομικές νομοτέλειες και σχήματα ως «διαμελισμένες» αλληλουχίες και ολοκληρώνεται σε μια σύνθεση ως ανακλαστική παράσταση της εσωτερικής συνάφειας του μελετώμενου αντικειμένου και ενότητας των διαφόρων μερών του, ως άρση της απροσδιοριστίας σε μια ενοποιητική σύλληψη των προσδιορισμών και νομοτελειών που διέπουν το κοινωνικό φαινόμενο ως όλον. Βλ: R. Scruton, «Η Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία από τον Fichte στον Sartre», σελ. 277-292. Δ. Πατέλης, «ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο», Φιλοσοφικό και Κοινωνιολογικό Λεξικό, τ. 1, σελ. 72-73.

[25] Βρίσκει, ωστόσο, πάντα τα όριά της, ως ιστορικά-κοινωνικά τοποθετημένη και συγκροτημένη διαδικασία, στη διαλεκτική της με τις ιστορικά-κοινωνικά τοποθετημένες και συγκροτημένες δομές. P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 90-93.

[26] Η κοινωνική πραγματικότητα καθίσταται, λοιπόν, η «πρώτη και τελευταία πραγματικότητα», ορίζοντας τις αναπαραστάσεις που οι κοινωνικοί δρώντες μπορούν να έχουν γι αυτήν. P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 13.

[27] P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 87.

[28] Λειτουργούν με ένα τρόπο παρόμοιο με εκείνο των «λόγων» του Foucault: συνιστούν ένα σύστημα δυνατοτήτων, καθιστούν δυνατές ορισμένες αποφάνσεις, αντιλήψεις, πρακτικές αποκλείοντας εναλλακτικές δυνατότητες γνώσης και δράσης ∙ ορίζουν τα (ασταθή) όρια του εφικτού και του ανέφικτου, του φυσικού και του αφύσικου, του ανώτερου και του κατώτερου, ενεργοποιούν και απενεργοποιούν δυνητικές πρακτικές και αντιλήψεις (συνιστούν δηλαδή παράλληλα «πόρους» και «απορίες»). Βλ. M. Philp, “Michel Foucault”, Μετά τον Εμπειρισμό: φιλοσοφία και σύγχρονες θεωρητικές αναζητήσεις στις επιστήμες του ανθρώπου, σελ. 101.

[29] Οι οποίες όντας προϊόν διαφορικά δομημένων προδιαθέσεων, υπό διαφορικές συνθήκες, είναι οι ίδιες διαφοροποιημένες και διαφοροποιητικές – αντιληπτικά και πρακτικά.

[30] Τα ίδια αγαθά μπορεί να αποτιμώνται διαφορετικά από διαφορικά κοινωνικοποιημένους κοινωνικούς δρώντες, αλλά και διαφορετικά αγαθά να αποτιμώνται με διαφορικό τρόπο, σε κάθε περίπτωση, συσχετιστικά οριζόμενα.

[31] Για μια ιστορική και συστημική ανάλυση διαφόρων κοινωνιολογικών εννοιολογήσεων της έννοιας του «συμφέροντος» βλ. R. Swedberg, “Can there be a sociological concept of interest?”, Theory and Society, 2005 (34), σελ. 359-390.

[32] P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 219.

[33] Ε. Αβδελά, «Η κοινωνική τάξη στην σύγχρονη ιστοριογραφία: από το οικονομικό δεδομένο στην πολιτισμική κατασκευή», Τα Ιστορικά, τ. 12, (22) Ιούνιος 2005, σελ. 173-204.

[34] P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 78-79.

[35] Με το συμφέρον να αποτελεί ένα επίπεδο, μια εκδήλωση και μια λειτουργία του habitus, μια σύνδεση μεταξύ των διεργασιών της έξης και των πραγματώσεών της στην πρακτική και τη στρατηγική στα πλαίσια της συνάντησης της έξης με την κοινωνική πραγματικότητα.

[36] P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σελ. 127.

[37] Οπότε οι διαφορικές χρήσεις και περιεχόμενο των κοινωνικών ταξινομιών εδράζονται στην αντικειμενικότητα των κοινωνικών δομών, που αποτελεί βάση και συνθήκη της διυποκειμενικότητας.

[38] Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω στην συσχέτιση μεταξύ πεδίου θέσεων και πεδίου λήψεων θέσεων, ώστε να καταδειχθεί η δομική ισχύς της κοινωνικής πρακτικής και η δυναμικότητα διαμόρφωσης του πεδίου ως διακύβευμα στις διαμάχες μεταξύ δρώντων, κατόχων διαφορετικών θέσεων εντός του πεδίου.

[39] Η πρακτική λογική ορίζει, συνεπώς, μια διαδικασία ανάπλασης (αναδόμησης) «του κοινωνικά συγκροτημένου συστήματος γνωστικών, κινητήριων και αξιολογικών δομών που οργανώνουν την αντίληψη του κόσμου και τη δράση στον κόσμο σύμφωνα με τις αντικειμενικές δομές μιας καθορισμένης κατάστασης του κοινωνικού κόσμου». P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 153-154. Το habitus νοείται, λοιπόν, ως μια χρονολογικά διατεταγμένη σειρά δομών-δομήσεων, κάθε μια από τις οποίες εξαρτάται τόσο από την αντικειμενική κατάσταση του κόσμου σε μια ορισμένη στιγμή, όσο και από τις εσωτερικευμένες ιστορικές δομές κατά την κοινωνική ζωή και πορεία-διαδρομή των δρώντων: «Η έξη που αποκτάται στο πλαίσιο της οικογένειας βρίσκεται πίσω από την δόμηση των εμπειριών του σχολείου (…) και η έξη που τροποποιήθηκε από το σχολείο, η ίδια διαφοροποιημένη, βρίσκεται πίσω από τη δόμηση όλων των μεταγενέστερων εμπειριών […] και ούτω καθεξής, από αναδόμηση σε αναδόμηση». P. Bourdieu, Outline of a Theory of Practice, σελ. 87.

[40] Για μια πραγμάτευση του σχολαστικού σφάλματος, του «θεωρητικού εθνοκεντρισμού» βλ. P. Bourdieu, “The Scholastic Point of View”, Practical Reason: Οn the Theory of Action, κεφ. 6, σελ. 126-140.

[41] P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 10-13.

[42] Είναι η σχετική αυτονομία «του πραγματωμένου και ενεργού παρελθόντος, το οποίο λειτουργώντας ως συσσωρευμένο κεφάλαιο, παράγει ιστορία με βάση την ιστορία και εξασφαλίζει έτσι την σταθερότητα στην αλλαγή». P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 94.

[43] Προϊόν ο ίδιος του αντικειμενικού συντονισμού των αρχών θεώρησης και διάκρισης, των αντιληπτικών και κινητήριων δομών των κοινωνικών δρώντων, ως αποτέλεσμα της ειδικής βαρύτητας / δομής επίδρασης που ασκεί ένα πεδίο στους εισερχομένους και ευρισκομένους εντός του, να αναγνωρίζουν και να επιδιώκουν τα ίδια αγαθά και διακυβεύματα, διαδικασία που παράγει και τις συνθήκες έλλειψής τους. Συνεπώς, η σχετική σπανιότητα των αγαθών αυτών, και εκ τούτου των ειδικών ιδιοτήτων και ικανοτήτων απόκτησής τους, ορίζει και την σχετική αξία τους καθώς και την αξία και το συμβολικό κεφάλαιο, το κεφάλαιο αναγνώρισης εκείνων που τα κατέχουν. P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 222-225.

[44] Κατά τον Bourdieu η εκκαθολίκευση ειδικών συμφερόντων και η συμμόρφωση με καθολικευμένες αξίες παρέχει ειδικά συμβολικά και πρακτικά κέρδη στο βαθμό που συμβολικώς εγκαθιδρύει και επικυρώνει ορισμένες ιεραρχικά παραγμένες και παραγωγικές αναπαραστάσεις ως κυρίαρχες και αληθινές. Βλ. P. Bourdieu, “The Profits of Universalization”, Practical Reason: Οn the Theory of Action, κεφ. 4, σελ. 88-91.

[45] Βλ. P. Bourdieu, «Η οικονομία των γλωσσικών ανταλλαγών», Γλώσσα και Συμβολική Εξουσία, κεφ. 1, σελ. 49-125. Επίσης, σύμφωνα με την προβληματική θεωρητικής συγκρότησης του αντικειμένου στην πραξεολογική προσέγγιση, για να γίνει κατανοητή μια ορισμένη επικοινωνία και πράξεις επικοινωνιών, συμβολικών (και μη) ανταλλαγών απαιτείται να συγκροτηθούν οι αντικειμενικοί όροι που καθιστούν δυνατή την εδραίωση αυτών των σχέσεων και ορίζουν την τροπικότητά τους. Με βάση το εννοιακό εργαλείο του πεδίου, θα πρέπει να μελετηθούν και εκείνοι οι χώροι, τα υποπεδία και κοινωνικές κατηγορίες, που κατά την κυρίαρχη-επίσημη αναπαράσταση συνιστούν χώρους αμοιβαιότητας, όπως οι συγγενικές σχέσεις.

[46] P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 90, 96. «Το αντικείμενο της κοινωνικής επιστήμης είναι μια πραγματικότητα που περικλείει όλους τους ατομικούς και συλλογικούς αγώνες που στοχεύουν να διατηρήσουν ή να μετασχηματίσουν την πραγματικότητα, και ιδιαίτερα αυτούς που έχουν ως διακύβευμα την επιβολή του νόμιμου ορισμού της πραγματικότητα, η καθαρά συμβολική δραστικότητα των οποίων μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση ή ανατροπή της κατεστημένης ευταξίας δηλαδή της πραγματικότητας». P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 230.

[47] Με τον τρόπο αυτό, κατά τον Wacquant, ο Bourdieu προτείνει μια «υλιστική ανθρωπολογία της ειδικής συμβολής των διαφόρων μορφών συμβολικής βίας στην αναπαραγωγή και τον μετασχηματισμό των δομών κυριαρχίας». P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σελ. 15.

[48] Αυτή η αντιστοιχία ή αναντιστοιχία κοινωνικών και νοητικών δομών αποτελεί συνάρτηση της κατανομής των μορφών κεφαλαίου, της θέσης εντός του πεδίου (και εν προκειμένω των ακραίων θέσεων εντός του πεδίου), ως διαφορική -κοινωνικά συγκροτημένη- προδιάθεση και ικανότητα συμμετοχής σε μια σφαίρα παιχνιδιού.

[49] Ο νεολογισμός «αποσυμφέρον» επιλέγεται έναντι όρων όπως «ανιδιοτέλεια» ή «αφιλοκέρδεια» για να δηλώσει την άρνηση του εξατομικευμένου κέρδους ως -βιωματική- συνθήκη μιας ορισμένης αναπαράστασης της δράσης, και για να αποφύγει τις άμεσες ηθικές συνδηλώσεις των παραπάνω εναλλακτικών όρων διατηρώντας την ειδική αναλυτική χρηστικότητα και χρησιμότητά της εντός του πραξεολογικού εννοιολογικού πλαισίου και παραπέμποντας ταυτόχρονα στο λεκτικό παιχνίδι των όρων «interestedness» και «disinterestedness».

[50] P. Bourdieu, “Is a Disinterested Act Possible?”, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 77. Ορίζοντας ως αρχή και τροπικότητα της δράσης την διαλεκτική κοινωνικών και νοητικών/σωματικών δομών, ο Bourdieu παρέχει μια αντικαρτεσιανή «θεωρία των παθών», αίροντας την διάκριση σώματος-ψυχής, ενέργειας-πάθους (βάσει της διαλεκτικής), καθώς και τη διάκριση των παθών (των ανθρώπινων αισθημάτων εν γένει) από τη διανοητική αντίληψη και την φαντασιακή αίσθηση. Βλ. R. Descartes, Τα πάθη της ψυχής, εκδ. Κριτική, Αθήνα 1996. P. Bourdieu, Η ανδρική κυριαρχία, σελ. 37-78. Σε διαφορετικά συμφραζόμενα και με διαφορετικές προκείμενες ο Marx αντιλαμβάνεται το βιωμένο «πάθος» εντός του κόσμου ως συνθήκη και ενεργητική δύναμη του ανθρώπου προς το αντικείμενό του. Βλ. Marx, Economic and Philosophical Manuscripts of 1844, Marxists Internet Archive, URL = <http://www.marxists.org/archive/marx/works/1844/&gt;

[51] «Όταν η ίδια ιστορία κατοικεί και τον κάτοικο και την κατοικία, και τις προδιαθέσεις και τη θέση […] η ιστορία υπό μίαν έννοια επικοινωνεί με τον εαυτό της, αντανακλάται στην ίδια της την εικόνα. Η ιστορία ως «υποκείμενο» ανακαλύπτει την ιστορία ως «αντικείμενο» […] Η δοξική σχέση προς τον ιθαγενή κόσμο, ένας οιονεί οντολογικός δεσμός που πηγάζει από την πρακτική εμπειρία, είναι μια σχέση ανήκειν και κατέχειν στην οποία ένα σώμα, οικειοποιημένο από την ιστορία, απόλυτα και άμεσα οικειοποιείται πράγματα που κατοικούνται από την ίδια ιστορία». P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σημ. 82, σελ. 128. Η συμφεροντική δοξική σχέση προς ένα πεδίο έχει, συνεπώς, ορισμένες αντικειμενικές συνθήκες δυνατότητας.

[52] P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 76-79.

[53] Σε αντίθεση με την σχέση της αδιαφορίας, όταν οι κοινωνικές πρακτικές και λόγοι, τα αγαθά, οι συμπεριφορές διαφορετικών κοινωνικών δρώντων και ομάδων/κατηγοριών δρώντων γίνονται αντιληπτές μέσω των κοινωνικά συγκροτημένων (και περισσότερο ή λιγότερο διαφοροποιημένων) κοινωνικών κατηγοριών κατάληψης και δράσης, συγκροτούν μια γλώσσα και λειτουργούν ως συμβολικές διαφορές, δηλαδή ως διαφοροποιημένες και διαφοροποιητικές ιδιότητες, διακριτικά σημεία, ως σημεία διάκρισης, θετικής ή αρνητικής, σύμφωνα με την κυρίαρχη και νομιμοποιημένη ταξινόμηση (P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 8-9). Οι πρακτικές ταξινομίες και οι κρίσεις μπορεί να έχουν διαφορικό περιεχόμενο και να οργανώνουν διαφορικά την αντίληψη και την πρακτική για δρώντες που έχουν κοινωνικοποιηθεί σε διαφορετικές συνθήκες-θέσεις εντός ενός κοινωνικού χώρου (ορίζοντας έτσι την σχέση θέσεων-θεσιληψιών). Η υιοθέτηση δε της κυρίαρχης ταξινόμησης δεν χρειάζεται να θεωρηθεί ως αποκλειστική, ούτε αρραγής, συστημική, χωρίς αντιθέσεις και αντιφάσεις. Αυτό θα συνεπαγόταν μια μετακίνηση προς μια θεωρητική, νοησιαρχική λογική καθώς και μια λησμόνηση του τρόπου συγκρότησης και λειτουργίας της πρακτικής ορθολογικότητας, αλλά και των αντικειμενικών όρων που καθιστούν δυνατή την ίδια τη συμβολική κυριαρχία. Βλ. P. Bourdieu, “Economy of Logic”, “Structures, habitus, power: basis for a theory of symbolic power”, Outline of a Theory of Practice, σελ. 109-114, 159-197. Για μια συνοπτική αντιπαράθεση διαφόρων ανθρωπολογικών εννοιολογήσεων του πολιτισμού και για μια κριτική της συστημικότητας των σημειωτικών σχέσεων βλ. W. Sewell, “The Concept(s) of Culture”, Beyond the Cultural Turn, σελ. 35-61.

[54] Οπότε, τα διάφορα πεδία συνιστούν τόπους παραγωγής μιας ειδικής illusio, μιας ειδικής πίστης σε ορισμένες αξίες και διακυβεύματα, ενός ειδικού συμφέροντος, που αποτελεί και προϋπόθεση για την ύπαρξη και λειτουργία του πεδίου. Συνεπάγεται πως τα πεδία τείνουν λειτουργικά να παράγουν τις προϋποθέσεις της δυνατότητας ύπαρξής τους. Επίσης, οι ειδικές αυτές μορφές συμφέροντος μπορεί να είναι ιστορικά, κοινωνικά συγκροτημένες και θεμελιωμένες (δηλαδή μη «φυσικά» αναγκαίες και καθολικές), ωστόσο συνιστούν ρεαλιστικά, αντικειμενοποιημένα συμφέροντα ∙ παράγονται αλλά και ανταμείβονται από μια ειδική «οικονομία», μια ορισμένη ιεραρχική οργάνωση και λειτουργία ενός πεδίου.

Η μόνη, λοιπόν, διαφορά μεταξύ της έννοιας του συμφέροντος και εκείνης του illusio αποτελεί, στην περίπτωση της δεύτερης, η άμεση συνδήλωση της σχέσης μεταξύ σφαίρας παιγνίου και αίσθησης παιγνίου (πεδίου-habitus), που αποτρέπει την ευθύγραμμη, μη συστημική εννοιολόγηση ενός αναλυτικού όρου, που στη περίπτωση της έννοιας του συμφέροντος, τείνει να τροφοδοτεί υλιστικές ερμηνείες. Ο Bourdieu τείνει να χρησιμοποιεί έννοιες που έχουν παραχθεί από διαφορετικές θεωρίες ή σχολές σκέψης με τέτοιο τρόπο, ώστε να άρει την σημασία που κάθε όρος αποκτά σε μια δεδομένη αντίθεσή του με έναν άλλο, να τους κάνει να αλληλοδιεισδύσουν και να παραγάγει μια νέα σημασία αναπροσδιορίζοντας ή αίροντας την αντίστιξη.

[55] Δηλαδή η ιστορική και κοινωνική θεωρητική τοποθέτηση και εμπειρική μελέτη της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ των αμοιβαία διαφοροποιημένων και διαφοροποιητικών δομών της αντικειμενικότητας και υποκειμενικότητας.

[56] Στην πρώτη περίπτωση η αναπαράσταση της πρακτικής και του κόσμου αποτελεί προϊόν ομολογίας κοινωνικών-νοητικών δομών, ενώ στη δεύτερη προϊόν κοινωνικής και επιστημικής εξωτερικότητας ως προς την περιγραφόμενη κοινωνική συνθήκη και τις αναγκαιότητές της, καθώς και της ειδικής συνθήκης της απόσυρσης από την πραγματικότητα για την ανάλυση και την ερμηνεία της, με χρήση εργαλείων συγκροτημένων ενάντια στην πρακτική γνώση του κόσμου που ορίζει την δοξική, ιθαγενή εμπειρία.

[57] Βλ. P. Bourdieu, «Η φανταστική ανθρωπολογία του υποκειμενισμού», Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 71-86.

[58] Υποκαθιστώντας με τον τρόπο αυτό, το δρών υποκείμενο με το γιγνώσκον υποκείμενο. P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σελ. 123.

[59] Ως κοινωνικά συγκροτημένη προδιάθεση (δηλαδή δυνητικότητα) αντίληψης, αποτίμησης και δράσης, ως άμεση πίστη και αναγνώριση ειδικών διακυβευμάτων και αξιών, αλλά και ως πρακτική γνώση του πεδίου, ως αίσθηση του παιχνιδιού.

[60] P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 83-84. Επομένως, δεν αποτελεί μόνο σφάλμα η γενίκευση αυτής της μορφής οικονομικού συμφέροντος και της οικονομικής λογικής σε άλλα πεδία, αλλά και η υπεριστορικοποίησή τους εφαρμόζοντας τις έννοιες και τα εργαλεία ανάλυσης της οικονομικής επιστήμης (η ίδια προϊόν αυτονόμησης του οικονομικού πεδίου) σε ιστορικά πρότερες και διαφορικώς συγκροτημένες κοινωνίες, οι οποίες αποτελούν τόπο αδιαφοροποίητων πεδίων που παράγουν πρακτικές πολυσημικές και πολυλειτουργικές. Βλ. P. Bourdieu, “Generative schemes and practical logic: Making use of indeterminacy”, Outline of a Theory of Practice, σελ. 140-143.

[61] Αναστοχαστικά προλαμβάνοντας την εισαγωγή της επιστημικής και κοινωνικής σχέσης του αναλυτή προς το αντικείμενο έρευνάς του στη θεωρητική συγκρότηση του αντικειμένου.

[62] Βλ. P. Bourdieu, «Η λογική της πρακτικής», Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 131-159. P. Bourdieu, L. Wacquant, “The Fuzzy Logic of Practical Sense”, An Invitation to Reflexive Sociology, σελ. 19-26.

[63] Δηλαδή μιας πρακτικής ορθολογικότητας, που είναι «οικονομική» υπό την έννοια του λιγότερου κόστους (σε χρόνο και) σε λογικές διεργασίες για την επίτευξη του μέγιστου πρακτικού αποτελέσματος σε προβλήματα και αναγκαιότητες του άμεσου παρόντος. P. Bourdieu, Outline of a Theory of Practice, σελ. 109-114.

[64] P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 75-76.

[65] Για τη συναρμογή υποκειμενικών προδιαθέσεων και φιλοδοξιών και αντικειμενικών δυνητικοτήτων βλ. P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 89-91.

[66] «Επειδή υποδηλώνει μια πρακτική αναφορά στο μέλλον που συνεπάγεται από το παρελθόν του οποίου αποτελεί προϊόν, το habitus χρονικοποιείται κατά την ίδια τη δράση κατά την οποία πραγματώνεται». P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, σελ. 138. P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 80-82.

[67] P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 86.

[68] Το συμβολικό κεφάλαιο μπορεί να είναι οποιαδήποτε άλλη μορφή κεφαλαίου, όταν αυτή γίνεται αντιληπτή μέσω αρχών θεώρησης και διάκρισης που αποτελούν το προϊόν της εσωτερίκευσης των αντικειμενικών δομών κατανομής αυτής της μορφής κεφαλαίου. Όπ.π. σελ.47.

[69] Σε κάθε περίπτωση ο αποχρών λόγος, η επιστημολογική αρχή εξήγησης και κατανόησης των πρακτικών, εντοπίζεται – στην θεωρία του Bourdieu – στις συνθήκες δυνατότητας, στους αντικειμενικούς όρους που καθιστούν μια δράση δυνατή και της δίνουν το νόημά της, δηλαδή στην ιστορικά και κοινωνικά τοποθετημένη διαλεκτική συσχέτιση κοινωνικών-νοητικών δομών.

Αυτού του τύπου οι αποσυμφεροντικές πρακτικές δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές από τις φιλοσοφίες της συνείδησης, παρά μόνο είτε θέτοντας μια διπλή συνείδηση – γνωστικής επιλογής και ατομικά επιβεβλημένης απώθησης του οικονομικού συμφέροντος (λελογισμένης υπέρβασής του) ή και της πράξης μεγιστοποίησής του – είτε λαμβάνοντας ως αρχή της αποσυμφεροντικής συμπεριφοράς έναν στρατηγικό υπολογισμό του αποσυμφέροντος.

[70] Ο προσδιορισμός και η χρήση στην θεωρία της πρακτικής ενός συστήματος μεταβλητών, των μορφών κεφαλαίου, για τον προσδιορισμό, τη θεωρητική αλλά και τη πρακτική συγκρότηση και ανάγνωση των κοινωνικών πεδίων καθώς και των αρχών συγκρότησής τους, των νοητικών σχημάτων αντίληψης, αξιολόγησης και δράσης (ως κοινωνικά δομημένες και δομούσες δομές), επιτρέπει την ταυτόχρονη πραγμάτευση της διαλεκτικής σύνδεσης μεταξύ των διαφόρων δομικών παραγόντων της κοινωνικής πραγματικότητας και της κοινωνικής δράσης σε ένα σχήμα ιεραρχικής, αξιολογημένης και αξιολογικής διάταξής τους. Συνεπώς, το θεωρητικό παράδειγμα της πραξεολογικής προσέγγισης ταυτόχρονα επισημαίνει αλλά και καθιστά δυνατή την συναφή μελέτη αυτών των παραγόντων και των εκάστοτε τρόπων διασύνδεσής τους σε κάθε κοινωνικό συμφραζόμενο, σε κάθε πεδίο κοινωνικής δράσης, αλλά και σε κάθε κοινωνία (κατασκευάζοντας, σε συμφωνία με τον Mauss, «ολικά κοινωνικά γεγονότα»), αποφεύγοντας, έτσι, την παγίδα του εθνοκεντρισμού και του αναδρομικού ιστορικού αναγωγισμού. Βλ. P. Bourdieu, «Το συμβολικό κεφάλαιο», Η Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 182-197.

[71] Όπως επισημαίνει ο Bourdieu, η αυτονόμηση του οικονομικού πεδίου και της οικονομικής σκέψης από το σύνολο των μη-οικονομικών νοημάτων και σχέσεων στο οποίο ήταν εμβαπτισμένη, αποτέλεσε και παρείχε την ιστορική συνθήκη για τη συγκρότηση επιστημονικών πειθαρχιών, όπως η πολιτική οικονομία, που σημαίνει ότι υπάρχουν ιστορικές-κοινωνικές συνθήκες που προσδιορίζουν τις δυνατότητες μιας επιστήμης και αναιρούν την παραδοχή της αντικειμενικής, καθολικής και καθαρής «θεωρίας». Βλ. P. Bourdieu, “The Economy of Symbolic Goods”, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σημ. 10, σελ. 122.

[72] Εδώ υλικό και συμβολικό συμφέρον παρουσιάζονται ως αντίθετα (καθότι η επιδίωξη υλικών στόχων σε βάρος άλλων μελημάτων σε ορισμένα συμφραζόμενα επιφέρει συμβολικές-ηθικές -και εν τέλει, υλικές ενδεχομένως- ζημίες, όμως και το οικονομικό κεφάλαιο και κέρδη μπορούν να νοηματοδοτηθούν ως πρωταρχικός στόχος και αξία σε ένα πεδίο σχέσεων και να καταστεί η κυρίαρχη μορφή κεφαλαίου, συνιστώντας τη βάση του συμβολικού κεφαλαίου ενός κοινωνικού δρώντος. Μια τέτοια περίπτωση, ωστόσο, ιστορικά αφορά την επίδραση του καπιταλισμού και την θεσμική συγκρότηση και διαφοροποίηση ενός οικονομικού πεδίου.

[73] Οι γάμοι και η πνευματική συγγένεια συνιστούν καίρια παραδείγματα.

[74] Π.χ. στις γαμήλιες στρατηγικές, ή ακόμη στον υπολογισμό του γεροντομοιρίου εκ μέρους των γονέων στο παράδειγμα του Vernier για τη Κάρπαθο. B. Vernier, Η κοινωνική γένεση των αισθημάτων: πρωτότοκοι και υστερότοκοι στην Κάρπαθο, σελ. 54-55.

[75] Ως παράδειγμα θα μπορούσε να αναφερθεί το σύνολο των λόγων και των πράξεων που συνοδεύουν την ανταλλαγή αγαθών μεταξύ αγροτών και βοσκών στην Κάρπαθο σε συγκεκριμένες εορτές. Όπ.π. σελ. 75-76.

[76] P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, σελ. 102.

[77] «Μια αλλοτριωμένη γνώση, η οποία εφαρμόζοντας στον κόσμο τις κατηγορίες που επιβάλλει ο κόσμος, τον συλλαμβάνει ως φυσικό. Γνώση που, αγνοώντας ότι παράγει αυτά που αναγνωρίζει, δεν θέλει να γνωρίζει ότι αυτό που αποτελεί τη βαθύτερη γοητεία του αντικειμένου της, το χάρισμά του, δεν είναι παρά προϊόν των αναρίθμητων πιστωτικών πράξεων με τις οποίες τα δρώντα υποκείμενα αποδίδουν στο αντικείμενο τις εξουσίες στις οποίες υποτάσσονται». P. Bourdieu, Αίσθηση της Πρακτικής, σελ. 228-229.

 

 

Βιβλιογραφία

 

v P. Bourdieu, Outline of a Theory of Practice, ανατ. 21η, μτφ. R. Nice, Cambridge University Press, Cambridge 2007.

 

v P. Bourdieu, Practical Reason: Οn the Theory of Action, ανατ. 2η, Polity Press, Cambridge 2007.

 

v P. Bourdieu, Γλώσσα και Συμβολική Εξουσία, μτφ. Κ. Καψαμπέλη, εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1999.

 

v P. Bourdieu, Η Αίσθηση της Πρακτικής, μτφ. – επιμ. Θ. Παραδέλλης, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006.

 

v P. Bourdieu, Η ανδρική κυριαρχία, μτφ. Ε. Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007.

 

v P. Bourdieu, Η Διάκριση: κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης5, μτφ. Κ. Καψαμπέλη, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2002.

 

v P. Bourdieu, Μικρόκοσμοι: Τρείς μελέτες πεδίου, επιμ. Ν. Παναγιωτόπουλος, μτφ. Μ.Γ. Δημητρακόπουλος, Ν. Παναγιωτόπουλος, Jean-Philippe Schaal, Γ. Τσούλας, εκδ. Δελφίνι, Αθήνα 1992.

 

v P. Bourdieu, C. Charle, B. Lacroix (ARESER), Επείγουσες διαγνώσεις και θεραπείες για ένα πανεπιστήμιο σε κατάσταση κινδύνου, μτφ. Κ. Διαμαντάκου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1999.

 

v P. Bourdieu, L. Wacquant, An Invitation to Reflexive Sociology, ανατ. 3η, Polity Press, Cambridge 2005.

 

v P. Erickson, L. Murphy, Ιστορία της ανθρωπολογικής σκέψης, μτφ. Φ. Μπούμπουλη, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2002.

 

v T.H. Eriksen, Μικροί Τόποι, Μεγάλα Ζητήματα: Μια εισαγωγή στην κοινωνική και πολιτισμική ανθρωπολογία, επιμ. Ι. Μάνος, μτφ. Α. Κατσίκερος, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2007.

 

v J. Everett, “Organizational Research and the Praxeology of Pierre Bourdieu”, Organizational Research Methods, 5 (2002), σελ. 56-80.

 

 

v M. Hollis, Φιλοσοφία των Κοινωνικών Επιστημών. Μια Εισαγωγή, επιμ. Ι. Καυταντζόγλου, μτφ. Α. Κατσίκερος, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2005.

 

v I. Katznelson, “Working-Class Formation: Constructing Cases and Comparisons”, Working Class Formation: Nineteenth Century Patterns in Western Europe and the United States, (επιμ.) I. Katznelson & A. Zolberg, Princeton University Press, Princeton 1986, σελ. 3-40.

 

v K. Marx, “Estranged Labor”, Economic and Philosophical Manuscripts of 1844, Marxists Internet Archive, URL= http://www.marxists.org/archive/marx/works/1844/manuscripts/labour.htm

 

v M. Mauss, Το Δώρο: Μορφές και Λειτουργίες της Ανταλλαγής στις Αρχαϊκές Κοινωνίες, επιμ. Θ. Παραδέλλης, μτφ. Άννα Σταματοπούλου-Παραδέλλη, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1979.

 

v Ch. de Montlibert, Εισαγωγή στην Κοινωνιολογική Συλλογιστική, μτφ. Κ. Διαμαντάκου, εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου-Καρδαμίτσα, Αθήνα 1998, σελ. 161-282.

 

v S. Ortner, “Theory in Anthropology since the Sixties”, Comparative Studies in Society and History, vol. 26 (1), 1984, σελ. 126-166.

 

v M. Philp, “Michel Foucault”, Μετά τον Εμπειρισμό: Φιλοσοφία και σύγχρονες θεωρητικές αναζητήσεις στις επιστήμες του ανθρώπου, επιμ. Q.Skinner, μτφ. Χρ. Μαρσέλλος & Κ. Χατζής, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 2006, σελ. 97-119.

 

v P. Redding, “Pierre Bourdieu: From Neo-Kantian to Hegelian Critical Social Theory”, Critical Horizons, 6:1, Leiden 2005, σελ. 183-204.

 

v D. Robbins, “Sociology as Reflexive Science: On Bourdieu’s Project”, Theory, Culture & Society, 24 (2007), σελ. 77-99.

 

v R. Scruton, «Η Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία από τον Fichte στον Sartre», Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας, επιμ. A. Kenny, μτφ. Ρισσάκη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2005, σελ. 267-326.

 

v W. Sewell, “A Theory of Structure: Duality, Agency and Transformation”, Logics of History: Social Theory and Social Transformation, University of Chicago Press, Chicago 2005, σελ. 175-196.

 

v W. Sewell, “The Concept(s) of Culture”, Beyond the Cultural Turn, επιμ. V.E. Bonnell, L. Hunt, University of California Press, Berkeley 1999, σελ. 35-61.

 

v R. Swedberg, “Can there be a sociological concept of interest?”, Theory and Society, 34 (2005), σελ. 359-390.

 

v F. Vandenberghe, “The Real is Relational: An epistemological analysis of Pierre Bourdieu’s Generative Structuralism”, Sociological Theory, 17:1 (1999), σελ. 32-67.

 

v Ε. Αβδελά, «Η κοινωνική τάξη στην σύγχρονη ιστοριογραφία: από το οικονομικό δεδομένο στην πολιτισμική κατασκευή», Τα Ιστορικά, τ. 12, (22) Ιούνιος 2005, σελ. 173-204.

 

v Α. Μπακαλάκη, «Εκδοχές της έννοιας του Πολιτισμού στην Ανθρωπολογία», Σύγχρονα Θέματα, σελ. 55-68.

 

v Χρ. Νόβα-Καλτσούνη, «κεφάλαιο», Φιλοσοφικό και Κοινωνιολογικό Λεξικό, τ. 3, εκδ. Καπόπουλος, Αθήνα 1995, σελ. 51-53.

 

v Δ. Πατέλης, «ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο», «εξαντικειμένωση και απαντικειμένωση», Φιλοσοφικό και Κοινωνιολογικό Λεξικό, τ. 1, 2, εκδ. Καπόπουλος, Αθήνα 1995, σελ. 72-73, 167.

 

v Ε. Παπαταξιάρχης, «Περί Πολιτισμικής Κατασκευής της Ταυτότητας», Τοπικά Β΄: Περί Κατασκευής, Αθήνα 1996, σελ. 197-216.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: