Κοινωνική Πραξεολογία

Ανθρωπολογία, Κοινωνιολογία, Φιλοσοφία, Πολιτική

Posts Tagged ‘δομή’

Πολιτισμικός και Πρακτικός Λόγος στον Marshall Sahlins

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Νοέμβριος 16, 2008

Η πολιτισμική θεωρία του M. Sahlins αναπτύχθηκε σε διάλογο με ένα ευρύ φάσμα θεωρητικών προσεγγίσεων – την οικολογία, τον μαρξισμό, τον οικονομικό ορθολογισμό, την αμερικανική πολιτισμική ανθρωπολογία και τον δομισμό (γλωσσολογικό και ανθρωπολογικό) – και με τους ιδιαίτερους προβληματισμούς που αναδύονται από αυτές: τη σχέση φύσης-πολιτισμού, οικονομικής-πολιτισμικής τάξης, ορθολογικότητας-συμβολικής δομής και συμβάντος-συστήματος (η δράσης-δομής). Το αναλυτικό διακύβευμα αυτών δυϊκών αντιστίξεων είναι ο προσδιορισμός των συγκροτησιακών αρχών των κοινωνικών-πολιτισμικών μορφών και του ιδιαίτερου ντετερμινιστικού τους χαρακτήρα.

Σε συμφωνία τόσο με τον Mauss όσο και με τον Bourdieu, ο Sahlins θεωρεί πως η ανθρωπολογία θα πρέπει να κατασκευάζει «ολικά κοινωνικά γεγονότα» και να αποκαταστήσει την ενότητα του αντικειμένου της στο βαθμό που η πραγματικότητα υπάρχει ως ενότητα φυσικού/υλικού και κοινωνικού κόσμου καθώς και λειτουργικών τομέων της ίδιας της πολιτισμικής τάξης[1]. Σε αντίθεση ωστόσο με τον Mauss, η ανάλυση αυτής της ενότητας δεν συνίσταται στην συμπραγμάτευσή τους, η ίδια η ενότητα του πολιτισμού και της πραγματικότητας δεν συγκροτείται από τον συνεπικαθορισμό τους από διαφορετικούς παράγοντες που ανήκουν σε διαφορετικές τάξεις (ή τομείς) και ασκούν μια διαφορική διαμορφωτική ισχύ, η ισορροπία μεταξύ των οποίων μένει να προσδιοριστεί ερευνητικά. Η ενότητα και η ενοποίηση της πολιτισμικής τάξης κατά τον Sahlins συγκροτείται από την σημασία, από μια σχετική διαδικασία συμβολικής παραγωγής, η οποία πρέπει, επομένως, να μελετηθεί σημασιολογικά[2].

Η πολιτισμική θεωρία του Sahlins μαρτυρεί με άμεσο και ρητό τρόπο τις γόνιμες διαμορφωτικές της επιδράσεις. Στη βάση της ανθρωπολογικής του προσέγγισης βρίσκεται η αντίληψη (κατά την κληρονομιά του L. White) πως το σύμβολο, η σημασία αποτελεί «την αρχή και βάση της ανθρώπινης συμπεριφοράς»[3], λειτουργεί επομένως διαμεσολαβητικά μεταξύ του υποκειμένου και των αντικειμενικών φυσικών και κοινωνικών συνθηκών (Boas, Levi-Strauss)[4]. Οι συμβολικές μορφές, ωστόσο, δεν συνιστούν συμπτώματα, άμεση έκφραση σε μετασχηματισμένη μορφή εξωτερικών αντικειμένων, δεδομένων σχέσεων και ιδιοτήτων (λειτουργώντας έτσι ως απλοί αναφορικοί προσδιορισμοί, ως «σημεία»), δηλαδή δεν διαμορφώνονται μηχανιστικά από τις πρακτικές περιστάσεις καθαυτές μέσω μιας διαδικασίας παθητικής αισθητηριακής πρόσληψης ή ενεργητικής ορθολογιστικής σύλληψης και γνώσης (αυτό που ο Sahlins εν γένει ονομάζει «πρακτικό λόγο», δηλαδή τη λογική που επιβάλλει αδιαμεσολάβητη η αντικειμενική περίσταση). Η μεσολάβηση της εννοιακής μορφής ασκεί μια «παραμορφωτική» επίδραση στην υποκειμενική αντίληψη, σκέψη και δράση προς τον κόσμο μέσα στον κόσμο, χάριν στην ιδιαίτερη συστημική της συγκρότηση, η οποία εν προκειμένω μελετάται σε σχέση με τη γλώσσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Η έννοια του “intérêt” στο έργο του Pierre Bourdieu

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Ιουλίου 25, 2008

Η ανάλυση, ο τρόπος στοχασμού και πρακτικής μελέτης[1] που προτείνει ο Pierre Bourdieu έγκειται σε μια ιστοριστική, κοινωνιολογική σύλληψη και σε μια ιστορική, κοινωνική θεμελίωση των κοινωνικών φαινομένων και πρακτικών, στην αποκατάσταση της πρακτικής τους αναγκαιότητας μέσω της αποκατάστασης της θεωρητικής τους αναγκαιότητας και των συνθηκών δυνατότητας και πραγμάτωσής τους. Απορρίπτοντας την θετικιστική οντολογική και επιστημολογική διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου[2], καθώς και τον αποδομιστικό, αυτοαναφορικό σχετικισμό του μεταμοντερνισμού[3], ο Bourdieu συγκροτεί μια κριτική αλλά ρεαλιστική θεώρηση του κοινωνικού που θεμελιώνεται στη -χρονική- διαλεκτική συσχέτιση κοινωνικών και γνωστικών-νοητικών-κινητήριων δομών[4]. Η εμπειρική εθνογραφική έρευνα του Bourdieu σε συνδυασμό με τον αναστοχασμό επί των θεωρητικών της προϋποθέσεων και των πρακτικών της αποτελεσμάτων, έχει παραγάγει την επιστημονική πεποίθηση – και μια αντίληψη περί των ειδικών συνθηκών – της δυνατότητας της καθολικής γνώσης, καθώς και ένα σύνολο εννοιακών εργαλείων και πρακτικών διεργασιών σχεδιασμένων να συλλάβουν σε έναν ενιαίο τρόπο εξήγησης και κατανόησης τα σταθερά και μεταβλητά χαρακτηριστικά κάθε επιμέρους εμπειρικής πραγματικότητας, συγκροτώντας την ως μια «ειδική περίπτωση του δυνατού»[5]. Οι έννοιες (και οι ειδικές εννοιολογήσεις) του πεδίου και του habitus αποτελούν οι ίδιες παράγωγο αλλά και εργαλείο μιας ενοποιητικής και ενοποιημένης θεωρίας της πρακτικής (μιας κοινωνικής πραξεολογίας) που υπερβαίνει τις διχοτομήσεις και διαιρέσεις των διαφορετικών τομέων δράσης, των διαφορετικών πειθαρχιών, τεχνικών ανάλυσης και παρατήρησης. Ταυτόχρονα, συνιστούν και το σημείο συναίρεσης-παράγωγο και εργαλείο του θεωρητικού και μεθοδολογικού συσχετικισμού και της επιστημικής αναστοχαστικότητας[6] (ως ανακλαστικής συσχέτισης) που ορίζουν το επιστημονικό πρόγραμμα του Bourdieu, προσδιορίζοντας σύνολα σχέσεων αλλά και σύνολα συσχετισμών και συσχετίσεων πρακτικών-κοινωνικών-γνωστικών, καθώς και θεωρητικών-κριτικών, ελεγκτικών και επαληθευτικών για τη θεωρητική συγκρότηση και εξαντικειμενίκευση της κοινωνικής πραγματικότητας.

Η σύλληψη του κοινωνικού κόσμου με όρους πεδίου συνίσταται σε μια συσχετιστική σύλληψη που συνεπάγεται μια άμεση ρήξη με μια θετικιστική, «αφελώς ρεαλιστική» εννοιολόγηση και πρακτική μελέτη του[7], που αναγνωρίζει και περιορίζεται – βάσει ενός εμπειρισμού και μεθοδολογικού ατομισμού – στις άμεσα ορατές και παρατηρήσιμες πραγματικότητες: τα άτομα, τις (υποστασιοποιημένες) ομάδες, καθώς και τους διυποκειμενικούς δεσμούς και διαδράσεις μεταξύ τους. Αντίθετα, ο Bourdieu, αφομοιώνοντας κριτικά και αξιοποιώντας τις επιστημικές αρετές του αντικειμενισμού[8], επισημαίνει πως ο κοινωνικός κόσμος συνίσταται από αντικειμενικές σχέσεις που μπορούν να χαρτογραφηθούν ανεξάρτητα από τις αναπαραστάσεις, τις βουλήσεις και τις συνειδήσεις των ατόμων που ζουν σ’ αυτόν[9].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Δομολειτουργισμός και Radcliffe-Brown: Θεωρία και εφαρμογή

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 23, 2008

1. Εισαγωγή – Θεωρητικό Πλαίσιο

Η επιστήμη της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας μπορεί μερικώς να ενταχθεί σε μια παράδοση του φαινομεναλισμού, τη φιλοσοφική θεώρηση που προσπάθησε να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον ιδεαλισμό, εισάγοντας την έννοια του «φαινομένου», αυτό που τα υποκείμενα αντιλαμβάνονται όπως το αντιλαμβάνονται διαμέσου των γνωστικών δυνατοτήτων τους[1], ως αντικείμενο της επιστημονικής γνώσης, σε συνδυασμό με την άποψη ότι τα πράγματα ή οι καταστάσεις τις οποίες γνωρίζουν ως φαινόμενα υπάρχουν πραγματικά, ανεξάρτητα από τα γιγνώσκοντα υποκείμενα. Συνεπώς η Κοινωνική Ανθρωπολογία είναι μια επιστήμη εμπειρική, που θέτει ως πηγή της γνώσης την εμπειρία και την εμπειρική πραγματικότητα και οι προτάσεις της οποίας πρέπει να είναι σαφώς προσδιορισμένες ως προς την αναφορά τους στην πραγματικότητα αυτή. Εξίσου, όμως, είναι μια επιστήμη θεωρητική στο βαθμό που συγκροτεί ένα σύστημα αναλυτικών εννοιών και προτάσεων για τη λογική ανάλυση του εμπειρικού υλικού, στη βάση των οποίων συστήνεται το θεωρητικό οικοδόμημα των διασυνδεδεμένων γενικών προτάσεων.

Πεδίο εφαρμογής της θεωρίας κατά τον Radcliffe-Brown, είναι η διαδικασία της κοινωνικής ζωής, που βρίσκει έκφραση στην «αχανή πολλαπλότητα δράσεων και διαδράσεων μεταξύ ατόμων ή μεταξύ ομάδων, ατόμων σε συνεργασία»[2]. Αποτελεί αξιωματική θέση του δομολειτουργισμού πως το κοινωνικό γίγνεσθαι διέπεται από τάξη, η οποία μπορεί να περιγραφεί και να αναλυθεί. Αναζητούνται, επομένως, κανονικότητες στη ρευστή φαινομενική πραγματικότητα, που θα επιτρέψουν να «χαρτογραφηθεί» η κοινωνική ζωή. Εργαλείο στο έργο αυτό της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, που κατά την αντίληψη του Radcliffe-Brown αποτελεί κλάδο της Συγκριτικής, Θεωρητικής Κοινωνιολογίας, αποτελεί μια τυπολογική μέθοδος που στηρίζεται στη παρατήρηση, περιγραφή-ανάλυση, σύγκριση και ταξινόμηση των κοινωνικών φαινομένων, και στόχος της οποίας είναι η διατύπωση γενικών προτάσεων.

Ήδη από το πρώτο στάδιο της παρατήρησης επενεργεί μια διαδικασία αφαίρεσης, κατά την οποία απομονώνονται τα συσχετικά χαρακτηριστικά από το σύνολο των συμπεριφορών και δράσεων μεταξύ των ατόμων. Αυτή αφαίρεση συνιστά ταυτόχρονα κι έναν προσδιορισμό αυτών των «αμοιβαίων τρόπων δράσης»[3] ως σχέσεων. Κάθε σχέση, δηλωτική πρωτίστως μιας διασύνδεσης μεταξύ ατόμων, αποτελεί η ίδια μια κανονικότητα, ένα δομικό στοιχείο ή μια στοιχειακή δομική μονάδα της πραγματικότητας που διευθετεί, διατάσσει τα άτομα εντός της κοινωνικής ζωής και σε αναφορά προς την οποία είναι δυνατόν να οριστούν άλλα επιμέρους στοιχεία της πραγματικότητας αυτής. Ωστόσο, προκειμένου μια τέτοια σχέση να αποτελέσει ένα σταθερό σημείο αναφοράς, θα πρέπει να διαφοροποιηθεί από τις τυχαίες συζεύξεις ατόμων. Συνεπώς, μέρος της παρατήρησης και περιγραφής αποτελεί κι η αναζήτηση και καταγραφή των επαναλαμβανόμενων συμπεριφορών, ακολουθιών πράξεων μεταξύ ανθρώπων σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, που συνθέτουν την συγκυρία εμφάνισής τους[4] ∙ οι σχέσεις, λοιπόν, θα πρέπει να επιδεικνύουν ένα σταθερό[5] και συνεπή χαρακτήρα[6].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »