Κοινωνική Πραξεολογία

Ανθρωπολογία, Κοινωνιολογία, Φιλοσοφία, Πολιτική

Posts Tagged ‘Ιδεολογία’

Η εφαρμογή της Θεωρίας της Πρακτικής σε τρία ελληνικά Εθνογραφικά παραδείγματα: Νάξος, Κάρπαθος, Ροδόπη

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 28, 2008

1. Εισαγωγή

Αφετηρία και πεδίο ανάπτυξης αυτής της εργασίας αποτελούν τρία παραδείγματα ανθρωπολογικών, εθνογραφικών κειμένων που εστιάζουν σε διαφορετικές κοινωνίες του ελλαδικού χώρου τις οποίες και συλλαμβάνουν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ωστόσο συνέχονται τόσο θεματικά όσο και μεθοδολογικά. Κοινή θεματική αποτελεί η μελέτη της συνάφειας μεταξύ οικονομικής οργάνωσης, κοινωνικής δομής, συμβολικών αναπαραστάσεων και κοινωνικών πρακτικών, με κύρια αναφορά τις συγγενικές σχέσεις και τις λειτουργίες που επιτελούν. Για την αναλυτική προσέγγιση του αντικειμένου τους χρησιμοποιούν τις θεωρητικές κατηγορίες της λεγόμενης πραξιακής θεώρησης, κυριότερος εκπρόσωπος της οποίας θεωρείται ο Pierre Bourdieu.

2.1. Θεωρητικό Πλαίσιο

Η ιδιαίτερα γόνιμη για την ανθρωπολογική θεωρία μελέτη της διαπλοκής κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων, έχει υπάρξει αντικείμενο διαφόρων πειθαρχιών και προσεγγίσεων που μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο γενικές κατηγορίες. Η πρώτη[1], στηριζόμενη σε νομικά, δικαιακά έγγραφα και δημογραφικά δεδομένα και στη βάση μιας θετικιστικής ιστορικής προοπτικής, επικεντρώθηκε στον εντοπισμό και τη μελέτη των τρόπων μεταβίβασης των μέσων παραγωγής (των αγροτικών κλήρων) σε συνάρτηση με τους καταγεγραμμένους στην Ευρώπη τύπους οικογενειακού σχηματισμού. Παράλληλα προσπάθησε να εντάξει τα πορίσματά της σε ένα σχήμα ιστορικής μετάβασης από την μεσαιωνική φεουδαρχική οργάνωση στον βιομηχανικό καπιταλισμό και τη νεωτερική, αυξημένα διαφοροποιημένη κοινωνία. Η δεύτερη κατηγορία προσεγγίσεων, η ανθρωπολογική, αντλώντας από τα εθνογραφικά δεδομένα μη ευρωπαϊκών κοινωνιών στράφηκε στη μελέτη των τρόπων ανταλλαγής αντικειμένων, υπηρεσιών, συμβόλων και προσώπων, ως μέσο και διαδικασία συγκρότησης κοινωνικών ομάδων και σύναψης κοινωνικών (συγγενικών) σχέσεων.

Το ενδιαφέρον των ανθρωπολογικών θεωριών εξ αρχής απασχόλησαν οι όροι της κοινωνικής ανταλλαγής, οι αρχές που διέπουν αυτή τη διαδικασία κοινωνικών διαδράσεων και καθορίζουν τη μορφή, το περιεχόμενο και τα χαρακτηριστικά τους. Συνεπώς, η έρευνα στράφηκε στον εντοπισμό των αρχών, των αιτίων, της πηγής της αναδυόμενης κανονικότητας των ατομικών και συλλογικών δράσεων και της βάσης επικαθορισμού της κοινωνικής συμπεριφοράς. Η λειτουργιστική συγχρονική προσέγγιση του Malinowski επεσήμανε τη διαπλοκή οικονομικών λειτουργιών, θρησκευτικών πεποιθήσεων και τελετουργιών στα συμφραζόμενα των οποίων θα πρέπει να μελετηθεί η ανταλλαγή και εντόπισε τις αρχές της στην ψυχολογική έμφυτη τάση των ανθρώπων να συνάπτουν κοινωνικούς δεσμούς μέσω της αμοιβαίας ανταλλαγής δώρων, αποκλείοντας, έτσι, την ύπαρξη εκμεταλλευτικών σχέσεων. Η αντίληψη της συγκρότησης του κοινωνικού ιστού στη βάση των διαδικασιών ανταλλαγής μεταξύ ατόμων και κοινωνικών ομάδων και της ακόλουθης σημασίας της για την κοινωνική συνοχή απηχείται έντονα στο έργο του Mauss, ο οποίος αναλύοντας τις μορφές ανταλλαγής αναζήτησε ένα θεμελιώδη ηθικό κώδικα συμπεριφοράς, μια βασική ηθική στην οποία να συναιρούνται το αυτοπροαίρετο και η υποχρέωση, η γενναιοδωρία, το συλλογικό και το ατομικό συμφέρον. Η δομιστική θεωρία ανήγαγε τη δομή των ανταλλαγών στις ασύνειδες δομές της σκέψης, ενώ ο δομολειτουργισμός υποκατέστησε τον πολιτισμικό με τον κοινωνικό επικαθορισμό του περιεχομένου και των γνωρισμάτων των διαφόρων τύπων κοινωνικών σχέσεων στη βάση μιας αντιστοιχίας κοινωνικής δομής και οργάνωσης, συνάγοντας από αυτή τους γενικούς κανόνες συμπεριφοράς. Η βιολογική αναγωγή των κανόνων συμπεριφοράς που διέπουν τη συγγένεια στην πρωταρχική σχέση μητέρας-παιδιού, στην οποία θεμελιώνεται η καθολικότητα και η απόλυτη δεσμευτικότητά τους, όρισε ένα σύστημα αντιθετικών διπόλων, οικιακού/δημοσίου χώρου, φύσης/πολιτισμού, γυναίκας/άνδρα, ηθικών αξιών/συμφέροντος, συγγενικών σχέσεων/σχέσεων ανταλλαγής. Η σύνδεση της συγγένειας με τη φύση, τον οικιακό χώρο, τους ηθικούς κανόνες και την παραίτηση από το ατομικό συμφέρον, συνέβαλε στην παραγνώριση μερικών καίριων όψεων των συγγενικών και οικιακών σχέσεων, όπως των εντάσεων μεταξύ ατόμου και οικογένειας, της διαπραγμάτευσης των πρακτικών υποχρεώσεων των συγγενικών δεσμών, και των ατομικών και οικογενειακών στρατηγικών διαχείρισης των διαθέσιμων υλικών και συμβολικών πόρων[2]. Οι πολιτισμικές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις, αντίθετα, μετέθεσαν το πεδίο της ανθρωπολογικής ανάλυσης από τις εμπειρικά παρατηρήσιμες συμπεριφορές και δράσεις στα συμβολικά πρότυπα στη βάση των οποίων αυτές οργανώνονται και σημασιοδοτούνται, στην υποκειμενική κατασκευή της πραγματικότητας. Ως θεμέλιο και πηγή της δράσης θεωρείται, δηλαδή, ένα δημόσιο, κοινωνικά καθιερωμένο και συνεκτικό σύστημα σημασιών ως πλαίσιο κοινών ερμηνειών[3].

Οι ανωτέρω προσεγγίσεις, ωστόσο, δέχθηκαν ισχυρή κριτική από την δεκαετία του 1970 κι έπειτα από τις θεωρίες του φεμινισμού και της πολιτικής οικονομίας. Γενικό επιχείρημά των πολιτικών οικονομολόγων ήταν πως ο πολιτισμός διαμορφώνεται κάθε φορά στα πλαίσια σχέσεων άνισης, συνεπώς και ελεγχόμενης, πρόσβασης σε υλικούς και κοινωνικούς πόρους, που προσδιορίζει και μια διαφορική κατανομή της εξουσίας, της ισχύος επιβολής μιας εικόνας του κόσμου ως κυρίαρχης και πρωτεύουσας έναντι εναλλακτικών εκδοχών, για την οργάνωση των αντιλήψεων, των πρακτικών και των ίδιων των κοινωνικών σχέσεων[4]. Επομένως, η ετεροποίηση και εξατομίκευση του πολιτισμού και η θεώρησή του ως συνεκτικού, αφομοιωμένου-κοινού, συναινετικού, στατικού και οριοθετημένου κοινωνικά, συντελεί στην απόκρυψη των άνισων σχέσεων στα πλαίσια των οποίων συγκροτήθηκε, της ανταπόκρισής του σε ορισμένα διαφοροποιημένα συμφέροντα συγκεκριμένων πολιτικών και κοινωνικών ομάδων, της μεταβλητότητας, της εσωτερικής ανομοιογένειάς του, καθώς και της λειτουργίας του στην αναπαραγωγή των ασύμμετρων αυτών σχέσεων. Αφετέρου, στα πλαίσια τόσο ενός θετικού όσο και ενός αρνητικού διαλόγου των φεμινιστριών θεωρητικών με την μαρξιστική προσέγγιση, επισημάνθηκε η κεντρικότητα του φύλου ως διάσταση της υποκειμενικής ταυτότητας αλλά και ως κατηγορία οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων, της πολιτικής και οικονομικής ζωής καθώς και του συστήματος αναπαραστάσεων. Όπως και στην περίπτωση της ιδεολογικής ηγεμονίας, η απόκρυψη της έμφυλης διάστασης των αντιλήψεων, των πρακτικών, των συμβολικών αναπαραστάσεων και των θεσμών που δημιουργούν, αποτελεί συνθήκη της διατήρησης και αναπαραγωγής τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Οι έννοιες της Τάξης, της Εμπειρίας και του Πολιτισμού στην Ιστοριογραφία και η συγκρότηση της εργατικής τάξης στη Γαλλία

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 25, 2008

1. Εισαγωγή

Ο ταξικός σχηματισμός, δηλαδή η διαδικασία, οι συνθήκες-προϋποθέσεις, οι διαμορφωτικοί παράγοντες και οι μορφές της συγκρότησης των κοινωνικών τάξεων, ως ιδιαίτερης μορφής κοινωνικών ομαδοποιήσεων, αποτελεί ένα από τα κυριότερα θέματα και ανοιχτά προβλήματα της ιστοριογραφίας, της κοινωνικής θεωρίας και της πολιτικής και οικονομικής επιστήμης της νεώτερης εποχής. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός πως το φαινόμενο της ανάδυσης κοινωνικών τάξεων, συνεπώς και η εξήγηση και ερμηνεία του, εμπλέκει και αφορά καίριας σημασίας ιστορικά γεγονότα και διεργασίες, μεγάλης και μικρής ταυτόχρονα κλίμακας, για τη διαμόρφωση της νεώτερης και της σύγχρονης εποχής, όπως η Βιομηχανική Επανάσταση, η διάσπαση των παλαιών μοναρχιών, η Γαλλική Επανάσταση, η δημιουργία του Έθνους-Κράτους. Σημαντικό παράγοντα για τη διατήρηση στο προσκήνιο της ιστοριογραφικής και θεωρητικής συζήτησης του θέματος του ταξικού σχηματισμού συνιστά επίσης το γεγονός πως ένας ταξικός λόγος ή ένας λόγος για τη τάξη συνεχίζει σήμερα να πληροφορεί τον πολιτικό διάλογο, την συνδικαλιστική οργάνωση, τη κοινωνική διάδραση, την σκέψη και τις πρακτικές πολλών ανθρώπων τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις αναπτυσσόμενες ή υπανάπτυκτες χώρες στα πλαίσια ενός οικονομικά, πολιτικά, επικοινωνιακά και πολιτισμικά παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος. Ακόμη, ιδιαίτερα σημαντική συμβολή στη δυναμική της συζήτησης για τη τάξη, πέραν του ιστορικού-θεωρητικού ενδιαφέροντος, της σημασίας και των επιπτώσεων του λόγου για την τάξη στις σύγχρονες διεργασίες και εξελίξεις, έχουν προσδώσει οι θεωρητικές και επιστημολογικές ανακατατάξεις στο εσωτερικό των ιστορικών, πολιτικών-οικονομικών, κοινωνιολογικών και ανθρωπολογικών πειθαρχιών, οι οποίες έχουν προκύψει στα πλαίσια των ερευνών τους σε παρελθοντικό και συγχρονικό επίπεδο σε συνάφεια με τα δεδομένα που θέτουν οι δύο προηγούμενες κατευθύνσεις στη συζήτηση αυτή, αλλά και στα πλαίσια ενός διευρυνόμενου διαλόγου, θετικού και αρνητικού μεταξύ αυτών των πειθαρχιών. Στην Ιστορία η κοινωνιολογική προσέγγιση υποχώρησε σταδιακά καθώς η έρευνα κινήθηκε προς τις νέες κατευθύνσεις της πολιτικής και του πολιτισμού, στην Κοινωνιολογία σημειώθηκε μια μετατόπιση από στατικές-λειτουργιστικές σε ιστορικές και πολιτισμικές προσεγγίσεις, ομοίως και στην Πολιτική Οικονομία, ενώ στην Ανθρωπολογία αναδείχθηκαν οι διαστάσεις της ιστορικότητας της κοινωνίας και του πολιτισμού και των πολιτικών, συμβολικών σχέσεων ισχύος[1]. Καθοριστική σε όλο το εύρος των κοινωνικών επιστημών ήταν η κριτική επίδραση της φεμινιστικής θεωρίας και της μεταδομιστικής προσέγγισης που ανασύνταξαν τις καθιερωμένες επιστημολογικές αντιλήψεις (ή επικλήσεις) περί αντικειμενικότητας και ενιαίου ανθρώπινου υποκειμένου.

Η επιστημονική αναζήτηση για γενικές προτάσεις, νομοτέλειες και επιδραστικούς παράγοντες έχει αναδείξει τρία κεντρικά πεδία εντάσεων που διατρέχουν το πεδίο της θεωρίας των κοινωνικών επιστημών: συνέχεια / αλλαγή, περιορισμός / αυτονομία, υλισμός / ιδεαλισμός. Βασικό πρόβλημα έχει αποτελέσει η εξήγηση της ταυτόχρονης αλλαγής και συνέχειας της ανθρώπινης κοινωνίας, της ανθεκτικότητας των δομών στα πλαίσια της ρευστής καθημερινής πρακτικής, δραστηριότητας και αλληλεπίδρασης, ο εντοπισμός των δυνάμεων αδράνειας και μετασχηματισμού των κοινωνικών και πολιτισμικών μορφών. Αυτή η συζήτηση εκφέρεται με όρους ντετερμινισμού / αυτονομίας, δομής / δράσης, ορθολογικότητας / πολιτισμού και συνδέεται στενά με το ζήτημα των σχέσεων εξουσίας που δομούν και επενεργούν εντός της κοινωνικής διαδικασίας καθορίζοντας τόσο την διατήρηση όσο και τον μετασχηματισμό των κοινωνικών δομών. Τέλος, έρχεται στο προσκήνιο η διαμάχη μεταξύ των υλιστικών και ιδεαλιστικών φιλοσοφικών παραδόσεων ως προς το ποιόν της υποκείμενης δύναμης που ορίζει τη γένεση, την αναπαραγωγή, την αλλαγή, τη μορφή και τα γνωρίσματα της κοινωνίας και του πολιτισμού: είναι οι γνωστικές μορφές της νόησης, η ανθρώπινη επιθυμία και βούληση ή η υλική πραγματικότητα, οι οικονομικές σχέσεις που ορίζουν τη παραγωγή, προμήθεια και κατανάλωση υλικών, κοινωνικών αγαθών;

Οι όροι της τάξης, της εμπειρίας και του πολιτισμού συμπυκνώνουν τους άνωθεν προβληματισμούς και οι τρόποι εννοιολόγησης και συσχέτισής τους αντανακλούν την πορεία από την Κοινωνική στη Νέα Κοινωνική Ιστορία και στη Πολιτισμική Ιστορία και προσδιορίζουν τις ερωτήσεις και τις αντίστοιχες απαντήσεις που κάθε προσέγγιση έθεσε και έδωσε στο πρόβλημα του ταξικού σχηματισμού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »