Το διακύβευμα των πρόσφατων εξελίξεων σχετικά με τη Λιβύη είναι η ερμηνεία του ψηφίσματος 1973 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και η νομιμοποίηση τόσο των μέσων όσο και του στόχου της αλλαγής καθεστώτος στη Λιβύη.
Οι διασκέψεις της Ομάδας Επαφής για τη Λιβύη στη Doha του Qatar στις 13 Απρίλη και των μελών του ΝΑΤΟ στο Βερολίνο στις 15 Απρίλη ήταν ενδεικτικές της ολοένα αυξανόμενης ανησυχίας για το ενδεχόμενο παγίωσης της τρέχουσας κατάστασης στο έδαφος, ενώ το βάρος της αδυναμίας των αντικαθεστωτικών δυνάμεων να εκμεταλλευτούν την αεροπορική κάλυψη και να σημειώσουν νίκες ενάντια στα κυβερνητικά στρατεύματα μετατέθηκε στο ΝΑΤΟ, που καλείται να εντείνει τις επιχειρήσεις του στοχεύοντας εκτεταμένα σε κέντρα διοίκησης και λήψης αποφάσεων ως μόνος διαφαινόμενος τρόπος απεμπλοκής, που σκοντάφτει, όμως, στις διαφωνίες μεταξύ των χωρών-μελών και την απροθυμία τους να εμπλακούν στις κατεξοχήν πολεμικές επιχειρήσεις και να αναλάβουν το πρόσθετο κόστος.
Στα πλαίσια του στρατιωτικού και ψυχολογικού πολέμου εναντίον του λιβυκού καθεστώτος (αλλά και των Λιβύων πολιτών), Γαλλία και Βρετανία ζήτησαν συνέχιση και εντατικοποίηση των ΝΑΤΟϊκών βομβαρδισμών, με ευρύτερη συμμετοχή των Ευρωπαίων και Αράβων εταίρων στις βομβαρδιστικές επιχειρήσεις, όχι μόνο στην αεράμυνα και στην επιτήρηση της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων, ενώ η Ιταλία προσχώρησε στην ομάδα εκείνων των κρατών που αναγνωρίζουν τη νομιμότητα του εξοπλισμού των αντικαθεστωτικών -ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία, Κατάρ (με το τελευταίο μόνο να μιλά για άμεση υλική πολεμική βοήθεια στην λιβυκή αντιπολίτευση και τους υπολοίπους να διατείνονται πως παρέχουν μόνο μη θανατηφόρο υλικό) – με στόχο την προστασία των αμάχων. Επιπλέον, η αντιπροσωπεία των αντικαθεστωτικών υπό τον Ali El-Essawi επέμεινε στην αποχώρηση του Qadhafi και της οικογένειάς του ως προϋπόθεση οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης, ζήτησε αυξημένη αεροπορική υπόστηριξη και έκανε λόγο όχι μόνο για προμήθεια πολεμικού υλικού, βαρέως οπλισμού κυρίως, αλλά και για εκπαίδευση των στρατιωτών της, προκειμένου να αναβαθμιστεί η αποτελεσματικότητά τους στο πεδίο των μαχών.
Αξιοσημείωτο γεγονός της διάσκεψης αποτελεί η παρουσία του πρώην υπουργού εξωτερικών της Λιβύης, Moussa Koussa, που είχε παραιτηθεί από τη θέση του κι είχε βρει καταφύγιο στη Βρετανία, στον οποίο αναγνωρίστηκε το δικαίωμα να μετακινείται διεθνώς χωρίς περιορισμούς, έχοντας εξασφαλίσει ασυλία έναντι πιθανών διώξεων (όχι χωρίς αντιδράσεις, ωστόσο) χάρη στη συνεργασία του με τις βρετανικές αρχές. Αυτή η εξέλιξη καταδεικνύει την συνεχιζόμενη ενθάρρυνση από τη Δύση των συνεργατών του Qadhafi να τον εγκαταλείψουν αν δεν θέλουν να έχουν τη τύχη του.
Στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βερολίνο επισημοποιήθηκε και αναβαθμίστηκε ως στρατηγικός στόχος των βομβαρδισμών η απομάκρυνση του Muammar Qadhafi - χωρίς να συγκληθεί, βέβαια, καμία νέα συνέλευση του Σ.Α. του ΟΗΕ γι αυτή τη “διευκρίνηση” – και με διατυπώσεις που θυμίζουν ψυχροπολεμικό λόγο του Churchill, οι Obama, Cameron και Sharkozy προσδιόρισαν ως “προδοσία” την αναστολή των επιχειρήσεων ενώ ο Qadhafi παραμένει ακόμη στην ηγεσία της χώρας κι ως “αδιανότητη” την παραμονή του αυτή έχοντας “προσπαθήσει να σφαγιάσει τον ίδιο του το λαό” και δεσμεύτηκαν να συνεχίσουν “για όσο χρειαστεί”. Αυτή η νέα, εν μέρει, θέση της συμμαχίας βρίσκεται σε συμφωνία με την ενισχυμένη προσπάθεια πρόκλησης ρηγμάτων στο εσωτερικό του λιβυκού καθεστώτος, καθώς στοχεύει και απομονώνει απόλυτα τον Qadhafi και απηχεί τις αξιώσεις των αντικαθεστωτικών για την επίτευξη μιας “πολιτικής λύσης”. Ταυτόχρονα, όμως, λαμβάνει ως μονόπλευρο στόχο τόσο της στρατιωτικής επιχείρησης, όσο και της “πολιτικής λύσης”, η οποία πλέον επιδιώκεται, προσμετράται και αποτιμάται μόνο στρατιωτικά, την όποια έξοδο του Qadhafi. Θα ήταν δύσκολο να βρει κανείς σε ανώτατο επίπεδο διπλωματικού λόγου μια πιο ξεκάθαρη εκδοχή της “αλλαγής καθεστώτος με βίαια μέσα” και του (ρητορικά κεκαλυμμένου, έστω) μιλιταρισμού στην πολιτική.
Ορίζοντας ένα στρατιωτικό μονόδρομο προς την επίλυση της κρίσης στη Λιβύη – λέγοντας πως ακόμη και μια πραγματική κατάπαυση του πυρός και απόσυρση των κυβερνητικών δυνάμεων δεν θα ήταν αρκετή για την αναστολή των ΝΑΤΟϊκών επιχειρήσεων που θα σταματήσουν μόνο με την αποχώρηση, ηθελημένη ή όχι, του Qadhafi (συνεπώς καλώντας τους αξιωματικούς του σε δράση για να τον καθαιρέσουν) – οι τρεις ηγέτες ουσιαστικά απορρίπτουν και σαμποτάρουν οποιαδήποτε διπλωματική πρωτοβουλία για παύση των επιχειρήσεων και εγκαινίαση μιας μεταβατικής πολιτικής περιόδου και κυρίως μια πρωτοβουλία σε τοπικό επίπεδο σαν κι αυτή που έχουν προτείνει η Αφρικανική Ένωση και η Τουρκία, προτού επιτευχθεί ένας πολιτικός στόχος που θα έπρεπε να είναι το αποτέλεσμα αυτής της διπλωματικής διαδικασίας. Όσο, επίσης, δεν δημιουργείται ένας δεύτερος πολιτικός πόλος για τη προώθηση λύσεων για τη Λιβύη, οι αραβικές χώρες που έδειξαν αμφιβολίες για την εξέλιξη των επιχειρήσεων θα παραμένουν εγκλωβισμένες και δέσμιες των επιλογών του συνασπισμού ΗΠΑ-ΕΕ-ΝΑΤΟ.
Με αυτή τους τη στάση ΗΠΑ, Γαλλία και Βρετανία συμβάλλουν σκοπίμως στη παράταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων που παρέχουν τις μεγαλύτερες εγγυήσεις για τη εξυπηρέτηση των σκοπιμοτήτων και συμφερόντων τους μέσω της μεταβίβασης της εξουσίας στο Μεταβατικό Συμβούλιο και κυρίως με την διάλυση μιας εναλλακτικής έως αντιθετικής πολιτικής στην Αφρική, με όλες τις επιπτώσεις που συνεπάγεται η συνέχιση του πολέμου για τη χώρα και τους αμάχους, αλλά και με όλους τους κινδύνους – αναγνωρισμένους και από τους αμερικανούς αναλυτές – καλλιέργειας ενός κλίματος ανομίας, μίσους και θρησκευτικού ζήλου, δεκτικού στην υιοθέτηση και εμπέδωση ακραίων ισλαμιστικών τάσεων και ομάδων, που αντιστρατεύεται μάλιστα τον σχετικό δηλωμένο στόχο που υποτίθεται πως εξυπηρετεί η ανατροπή του Qadhafi, σύμφωνα με τον κείμενο των τριών ηγετών.
Γι αυτό Βρετανία και Γαλλία προωθούν μια σημαντική επέκταση στη συμμετοχή κρατών στις στρατιωτικές επιχειρήσεις αλλά και στους στόχους τους, περιλαμβάνοντας περισσότερους καίριους στρατηγικούς στόχους όπως κέντρα διοίκησης και λήψης αποφάσεων, έναντι τακτικών χτυπημάτων στα βαρέα όπλα του λιβυκού καθεστωτικού στρατού. Μ’ αυτό το τρόπο θεωρούν πως μπορούν αφενός να αποφευχθούν ή να μετριαστούν οι κίνδυνοι και οι συνέπειες ενός εξοπλισμού των μαχητών της λιβυκής αντιπολίτευσης, η σύνθεση των οποίων δεν είναι απόλυτα γνωστή ή προκαλεί αμηχανία, κι αφετέρου δεν εμπλέκονται άμεσα κι επίσημα σ’ αυτή τη διαδικασία και τις απαιτήσεις της .
Παράλληλα, όμως, μεταφέρεται σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό ο έλεγχος των εξελίξεων στη Λιβύη στα χέρια των χωρών της συμμαχίας, ενώ πριν παρεχόταν αεροπορική κάλυψη στις επιχειρήσεις των αντικαθεστωτικών. Παρακάμπτουν, επίσης και την μερική αναποτελεσματικότητα των αντικαθεστωτικών δυνάμεων, η εκπαίδευση κι εξοπλισμός των οποίων και η ανασύνταξή τους σε ένα οργανωμένο και αποτελεσματικό στρατιωτικό σώμα θα μπορούσε να παρατείνει τη σύγκρουση για μήνες. Αυτή τη παράταση, όμως, θα μπορούσε να δοκιμάσει τη συνοχή του συμμαχικού μετώπου σε επίπεδο τόσο εσωτερικής-εθνικής, όσο και εξωτερικής-διεθνούς πολιτικής και να θέσει εν αμφιβόλω την επιτυχία της επιχείρησης. Έτσι, οι σύμμαχοι επιχειρούν να πάρουν σχεδόν εξολοκλήρου την κατάσταση στα χέρια τους, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τον ουσιαστικό τους στόχο, που δεν είναι η προστασία των αμάχων, αλλά η απομάκρυνση του Qadhafi.
Οι τριγμοί στην συμμαχία είναι ήδη ορατοί στην απροθυμία των άλλων μελών του ΝΑΤΟ – από τα 28 μέλη μόλις τα 6 εμπλέκονται στις καθαυτές πολεμικές επιχειρήσεις – παρά τις εκκλήσεις του Γ.Γ. Anders Fogh Rasmussen να ενισχυθεί εξοπλιστικά η αεροπορική επιχείρηση με περισσότερα αεροσκάφη υψηλής ακρίβειας, ενώ στη βρετανική βουλή ζήτησαν την επανεξέταση της επιχείρησης με το επιχείρημα πως έχει αλλάξει στόχο. Παρά τη στενή συνεργασία τους, Βρετανία και Γαλλία διαφωνούν ως προς την ανάγκη μιας νέας απόφασης του Σ.Α. του ΟΗΕ για την αλλαγή καθεστώτος στη Λιβύη. Οι Γάλλοι, οι οποίοι υπήρξαν και οι μεγαλύτεροι υποστηρικτές της επέμβασης και αναγνώρισαν το Εθνικό Μεταβατικό Συμβούλιο, για να κινητοποιήσουν ελεύθερα τα μέσα και να διευρύνουν τους φάσμα των επιχειρήσεων που χρειάζονται για την υλοποίηση του στόχου της απομάκρυνσης του Qadhafi, ζήτησαν νέο ψήφισμα του ΟΗΕ, ενώ οι Βρετανοί ανησυχώντας για το ενδεχόμενο καταψήφισής του, τουλάχιστον από Ρωσία και Κίνα που έχουν δικαίωμα βέτο, αλλά και γενικότερης ηθικής και πολιτικής απονομιμοποίησης του εγχειρήματος, ισχυρίστηκαν πως οι ανάγκες και ο στόχος μιας τέτοιας επιχείρησης καλύπτονται από το εξασφαλισμένο ψήφισμα 1973, με την επίκληση και χειραγώγηση του οποίου έχουν πορευτεί μέχρι στιγμής. Την ίδια άποψη εκφράζει και ο Γ.Γ του ΝΑΤΟ.