Ο δυτικός φιλοσοφικός, ψυχολογικός και βιολογικός λόγος για τα συναισθήματα, με τις παραδοχές του οποίου ήρθε αντιμέτωπη η ανθρωπολογική διερεύνησή τους, προσδιορίζεται καθοριστικά από τις πολιτισμικά σχετικές συμβολικές αντιθέσεις φύσης-πολιτισμού, σωματικού-νοητικού, συναισθηματικού-ορθολογικού/γνωσιακού, εσωτερικού/βιωματικού-εξωτερικού/κοινωνικού[1], καθώς και από μια συναφή οντολογική-ουσιοκρατική προσέγγιση του ερευνητικού του αντικειμένου. Σύμφωνα με το θετικιστικό επιστημολογικό υπόβαθρο των παραδοσιακών θεωριών των συναισθημάτων, τα τελευταία νοούνται ως ψυχοβιολογικές διαδικασίες, φυσιολογικά προσδιορισμένες ψυχολογικές καταστάσεις, ως αισθήματα ή τύποι εμπειριών που περιλαμβάνουν ένα προσδιοριστικό σωματικό, βιολογικό στοιχείο[2]. Βάσει αυτής της εννοιολόγησης, το συναισθηματικό λεξιλόγιο, οι λέξεις των συναισθημάτων δεν συνιστούν παρά ονόματα αντικειμενικά, οντολογικά προσδιορίσιμων και διακριτών αισθημάτων[3] που υπάρχουν ανεξάρτητα από τους διαθέσιμους γλωσσικούς όρους που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να τα προσδιορίσουν, με μόνη λειτουργία την έκφραση και επικοινωνία (καθώς και την συμπερασματική αναφορά) μιας εσωτερικής κατάστασης. Εφόσον τα συναισθήματα θεμελιώνονται στο αίσθημα, στην «παθητική εντύπωση» των φυσιολογικών διεργασιών[4], καθίστανται αξιωματικώς «ιδιωτικά», βιωματικά και υποκειμενικά, ορίζοντας μια υποκειμενιστική -ενδοσκοπική- προσέγγιση ως επιστημονικά κατάλληλη μέθοδο για την μελέτη τους, και παράλληλα αποκλείουν εν πολλοίς τους ιστορικούς πολιτισμικούς και κοινωνικούς προσδιορισμούς τόσο από την συγκρότηση και εννοιολόγηση των συναισθημάτων, όσο και από τις περιστάσεις παραγωγής και έκφρασής τους, ως εκ τούτου και από την εξήγησή τους[5]. Ως φυσιολογικές και «φυσικές» στον άνθρωπο – ως βιολογικό ον, ως οργανισμό – πρωτογενείς αποκρίσεις σε δεδομένες συνθήκες, τα συναισθήματα όχι μόνο δεν προϋποθέτουν μια ορισμένη πολιτισμική και κοινωνική διαμεσολάβηση για την παραγωγή και την εξατομίκευσή τους σε πολιτισμικώς και κοινωνικώς συγκροτημένα και κατάλληλα συμφραζόμενα (συνεπώς και συναφείς «γνωσιακές» πράξεις), αλλά μέσω της δραστικότητας του βιώματός τους, της «συγκίνησης» που επιφέρουν στον παθητικό τους δέκτη, τα συναισθήματα φαίνονται να επιδρούν δυναμικά στην υποκειμενική σκέψη και συμπεριφορά, επομένως και στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων[6]. Η παραδοσιακή, λοιπόν, θεώρηση των συναισθημάτων θέτει καθολικές, οικουμενικές αξιώσεις για τις διακριτές μορφές συναισθημάτων, το ειδικό τους περιεχόμενο, τις περιστάσεις παραγωγής τους, καθώς και για τους ψυχολογικούς μηχανισμούς της συναισθηματικής εμπειρίας[7].
Απέναντι σ’ αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, η σύγχρονη ανθρωπολογική προσέγγιση μελετά τα συναισθήματα ως κοινωνικά, πολιτισμικά -και γλωσσικά- φαινόμενα, δηλαδή ως συγκροτούμενα εντός διαφορικών κοινωνικών σχέσεων, συμβολικών αρχών αντίληψης και κρίσης, και γλωσσικών συναισθηματικών κατηγοριών[8] (διαφορικά εννοιολογημένων), και ως παραγόμενα, προσδιοριζόμενα και λειτουργούντα σε επιμέρους κοινωνικά συμφραζόμενα (γλωσσικής) διάδρασης εντός αυτών των ευρύτερων πλαισίων αναφοράς[9]. Εντός της κονστρουκτιβιστικής προσέγγισης μπορούν να αναγνωρισθούν (μεταξύ άλλων) δύο διαφορετικές κατευθύνσεις: η πρώτη με επιδράσεις από την λογικο-αναλυτική φιλοσοφική παράδοση, επιχειρεί να προσδιορίσει εκτασιακά τις συναισθηματικές εννοιακές κατηγορίες και διερευνά τις επιστημολογικές προϋποθέσεις μιας έγκυρης, επιστημονικής αλλά και ιθαγενούς, δήλωσης απόδοσης ενός συναισθήματος[10], ενώ η δεύτερη, πιο εύγλωττη ανθρωπολογικά, φέρει πιο έκδηλες τις επιδράσεις της ιστορίας της ανθρωπολογικής σκέψης και θεωρίας (της μετάβασης από την δομή στην δράση και τη διαδικασία, καθώς και της πολιτικής των κοινωνικών και συμβολικών σχέσεων) και της κοινωνιογλωσσολογίας[11].