Κοινωνική Πραξεολογία

Ανθρωπολογία, Κοινωνιολογία, Φιλοσοφία, Πολιτική

Πολιτισμός, κοινωνικές σχέσεις και συναισθήματα

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Ιανουαρίου 31, 2009

Ο δυτικός φιλοσοφικός, ψυχολογικός και βιολογικός λόγος για τα συναισθήματα, με τις παραδοχές του οποίου ήρθε αντιμέτωπη η ανθρωπολογική διερεύνησή τους, προσδιορίζεται καθοριστικά από τις πολιτισμικά σχετικές συμβολικές αντιθέσεις φύσης-πολιτισμού, σωματικού-νοητικού, συναισθηματικού-ορθολογικού/γνωσιακού, εσωτερικού/βιωματικού-εξωτερικού/κοινωνικού[1], καθώς και από μια συναφή οντολογική-ουσιοκρατική προσέγγιση του ερευνητικού του αντικειμένου. Σύμφωνα με το θετικιστικό επιστημολογικό υπόβαθρο των παραδοσιακών θεωριών των συναισθημάτων, τα τελευταία νοούνται ως ψυχοβιολογικές διαδικασίες, φυσιολογικά προσδιορισμένες ψυχολογικές καταστάσεις, ως αισθήματα ή τύποι εμπειριών που περιλαμβάνουν ένα προσδιοριστικό σωματικό, βιολογικό στοιχείο[2]. Βάσει αυτής της εννοιολόγησης, το συναισθηματικό λεξιλόγιο, οι λέξεις των συναισθημάτων δεν συνιστούν παρά ονόματα αντικειμενικά, οντολογικά προσδιορίσιμων και διακριτών αισθημάτων[3] που υπάρχουν ανεξάρτητα από τους διαθέσιμους γλωσσικούς όρους που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να τα προσδιορίσουν, με μόνη λειτουργία την έκφραση και επικοινωνία (καθώς και την συμπερασματική αναφορά) μιας εσωτερικής κατάστασης. Εφόσον τα συναισθήματα θεμελιώνονται στο αίσθημα, στην «παθητική εντύπωση» των φυσιολογικών διεργασιών[4], καθίστανται αξιωματικώς «ιδιωτικά», βιωματικά και υποκειμενικά, ορίζοντας μια υποκειμενιστική -ενδοσκοπική- προσέγγιση ως επιστημονικά κατάλληλη μέθοδο για την μελέτη τους, και παράλληλα αποκλείουν εν πολλοίς τους ιστορικούς πολιτισμικούς και κοινωνικούς προσδιορισμούς τόσο από την συγκρότηση και εννοιολόγηση των συναισθημάτων, όσο και από τις περιστάσεις παραγωγής και έκφρασής τους, ως εκ τούτου και από την εξήγησή τους[5]. Ως φυσιολογικές και «φυσικές» στον άνθρωπο – ως βιολογικό ον, ως οργανισμό – πρωτογενείς αποκρίσεις σε δεδομένες συνθήκες, τα συναισθήματα όχι μόνο δεν προϋποθέτουν μια ορισμένη πολιτισμική και κοινωνική διαμεσολάβηση για την παραγωγή και την εξατομίκευσή τους σε πολιτισμικώς και κοινωνικώς συγκροτημένα και κατάλληλα συμφραζόμενα (συνεπώς και συναφείς «γνωσιακές» πράξεις), αλλά μέσω της δραστικότητας του βιώματός τους, της «συγκίνησης» που επιφέρουν στον παθητικό τους δέκτη, τα συναισθήματα φαίνονται να επιδρούν δυναμικά στην υποκειμενική σκέψη και συμπεριφορά, επομένως και στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων[6]. Η παραδοσιακή, λοιπόν, θεώρηση των συναισθημάτων θέτει καθολικές, οικουμενικές αξιώσεις για τις διακριτές μορφές συναισθημάτων, το ειδικό τους περιεχόμενο, τις περιστάσεις παραγωγής τους, καθώς και για τους ψυχολογικούς μηχανισμούς της συναισθηματικής εμπειρίας[7].

Απέναντι σ’ αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, η σύγχρονη ανθρωπολογική προσέγγιση μελετά τα συναισθήματα ως κοινωνικά, πολιτισμικά -και γλωσσικά- φαινόμενα, δηλαδή ως συγκροτούμενα εντός διαφορικών κοινωνικών σχέσεων, συμβολικών αρχών αντίληψης και κρίσης, και γλωσσικών συναισθηματικών κατηγοριών[8] (διαφορικά εννοιολογημένων), και ως παραγόμενα, προσδιοριζόμενα και λειτουργούντα σε επιμέρους κοινωνικά συμφραζόμενα (γλωσσικής) διάδρασης εντός αυτών των ευρύτερων πλαισίων αναφοράς[9]. Εντός της κονστρουκτιβιστικής προσέγγισης μπορούν να αναγνωρισθούν (μεταξύ άλλων) δύο διαφορετικές κατευθύνσεις: η πρώτη με επιδράσεις από την λογικο-αναλυτική φιλοσοφική παράδοση, επιχειρεί να προσδιορίσει εκτασιακά τις συναισθηματικές εννοιακές κατηγορίες και διερευνά τις επιστημολογικές προϋποθέσεις μιας έγκυρης, επιστημονικής αλλά και ιθαγενούς, δήλωσης απόδοσης ενός συναισθήματος[10], ενώ η δεύτερη, πιο εύγλωττη ανθρωπολογικά, φέρει πιο έκδηλες τις επιδράσεις της ιστορίας της ανθρωπολογικής σκέψης και θεωρίας (της μετάβασης από την δομή στην δράση και τη διαδικασία, καθώς και της πολιτικής των κοινωνικών και συμβολικών σχέσεων) και της κοινωνιογλωσσολογίας[11].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Leave a Comment »

Ο Mauss, το δώρο και η αρχή της αμοιβαιότητας

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Ιανουαρίου 21, 2009

Το έργο του Mauss για το δώρο, τις μορφές και τις αιτίες-λόγους[1] αυτού του συστήματος ανταλλαγής, αποτελεί ταυτόχρονα ένα από τα ιδρυτικά αλλά και τα πιο σημαίνοντα κείμενα της οικονομικής ανθρωπολογίας, της μελέτης της ανθρώπινης οικονομικής δραστηριότητας σε συνάρτηση με τα κοινωνικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα και διεπικαθορισμούς της[2]. Βάσει αυτής της συστημικής προσέγγισης[3] και στηριζόμενος στο έργο προγενέστερων και σύγχρονών του ανθρωπολόγων (κυρίως Boas, Thurnwald, Malinowski) ο Mauss στράφηκε στη μελέτη ορισμένων κοινωνικών φαινομένων που είχαν παραβλεφθεί από τους οικονομολόγους (λόγω των περιορισμών που ήταν εγγεγραμμένοι στο θεωρητικό τους σχήμα), συγκεκριμένα, το οικονομικό, νομικό και ηθικό σύστημα παροχών και αντιπαροχών μεταξύ των διαφόρων υποομάδων των συγγενειακά επιμερισμένων «πρωτόγονων» ή «καθυστερημένων» κοινωνιών. Βάσει των συμπερασμάτων της μελέτης αυτής ασκεί κριτική στην οικονομική και νομική ιστορία της εποχής του και στις a priori, μη εμπειρικά τεκμηριωμένες προτάσεις τους ως προς τα στάδια εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας, αλλά και ως προς τη θεώρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς[4].

Αυτές οι παροχές και αντιπαροχές μεταξύ των διαφόρων οικογενειακών ομάδων, κλαν, καθώς και μεταξύ φυλών, που περιλαμβάνουν τόσο υλικά αγαθά, πλούτο όσο και τελετουργίες, συμπόσια, εορτές, χορούς, φιλοφρονήσεις, πανηγύρια, υπηρεσίες και πρόσωπα – τις οποίες και ονομάζει «ολικές παροχές»[5] – ο Mauss παρατηρεί ότι λαμβάνουν τη μορφή του δωρήματος, που φαινομενικά προσφέρεται αυτοπροαίρετα, ανιδιοτελώς κι αυθόρμητα, ενώ στην πραγματικότητα είναι υποχρεωτικό, ιδιοτελές και «στρατηγικό». Αυτές δηλαδή οι παροχές και αντιπαροχές κατά την επίσημη, κυρίαρχη ή την ιθαγενή, βιωματική αναπαράσταση δεν παράγουν και δεν παράγονται από υποχρεώσεις, φαινομενικά δηλαδή συνιστούν ασύνδετες μεταξύ τους πράξεις μεγαλοψυχίας και συναισθηματικής έκφρασης, ενώ σύμφωνα με την ανεπίσημη ιθαγενή αναπαράσταση ή την κοινωνιολογική ερμηνεία, τόσο η παροχή όσο και η αντιπαροχή παράγονται από και παράγουν ένα σύνολο υποχρεώσεων και δικαιωμάτων για τα συμβαλλόμενα μέρη. Τα δωρήματα, λοιπόν, προσφέρονται φαινομενικά πέρα από υποχρέωση, χωρίς προσδοκία ανταπόδοσης και απουσία συμφωνημένου τιμήματος, ενώ και η αντιπροσφορά δεν έπεται άμεσα ∙ φαινομενικά πρόκειται, δηλαδή, για μια ασυνεχή διαδοχή γενναιόδωρων πράξεων[6]. Τα ερωτήματα που θέτει ο Mauss είναι τα εξής: αν αυτές οι παροχές είναι – κατά συνθήκη – γενναιόδωρες, πράξεις μεγαλοψυχίας, γιατί αυτές ανταποδίδονται, ποιά αρχή ορίζει την υποχρεωτική ανταπόδοσή τους και παράγει την στατιστικά συντριπτική ακολουθία των πράξεων προσφοράς και ανταπόδοσης; Ποιές είναι οι κοινωνικά προσδιορισμένες αρχές που ορίζουν την υποχρέωση της προσφοράς και ανταπόδοσης και την καθιστούν λειτουργική; Και ακόμη, ποιες είναι οι αιτίες ή μάλλον οι κοινωνικά προσδιορισμένοι και συναφείς λόγοι που ωθούν τους δρώντες να προσφέρουν και να ανταποδίδουν;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Πολιτισμικός και Πρακτικός Λόγος στον Marshall Sahlins

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Νοεμβρίου 16, 2008

Η πολιτισμική θεωρία του M. Sahlins αναπτύχθηκε σε διάλογο με ένα ευρύ φάσμα θεωρητικών προσεγγίσεων – την οικολογία, τον μαρξισμό, τον οικονομικό ορθολογισμό, την αμερικανική πολιτισμική ανθρωπολογία και τον δομισμό (γλωσσολογικό και ανθρωπολογικό) – και με τους ιδιαίτερους προβληματισμούς που αναδύονται από αυτές: τη σχέση φύσης-πολιτισμού, οικονομικής-πολιτισμικής τάξης, ορθολογικότητας-συμβολικής δομής και συμβάντος-συστήματος (η δράσης-δομής). Το αναλυτικό διακύβευμα αυτών δυϊκών αντιστίξεων είναι ο προσδιορισμός των συγκροτησιακών αρχών των κοινωνικών-πολιτισμικών μορφών και του ιδιαίτερου ντετερμινιστικού τους χαρακτήρα.

Σε συμφωνία τόσο με τον Mauss όσο και με τον Bourdieu, ο Sahlins θεωρεί πως η ανθρωπολογία θα πρέπει να κατασκευάζει «ολικά κοινωνικά γεγονότα» και να αποκαταστήσει την ενότητα του αντικειμένου της στο βαθμό που η πραγματικότητα υπάρχει ως ενότητα φυσικού/υλικού και κοινωνικού κόσμου καθώς και λειτουργικών τομέων της ίδιας της πολιτισμικής τάξης[1]. Σε αντίθεση ωστόσο με τον Mauss, η ανάλυση αυτής της ενότητας δεν συνίσταται στην συμπραγμάτευσή τους, η ίδια η ενότητα του πολιτισμού και της πραγματικότητας δεν συγκροτείται από τον συνεπικαθορισμό τους από διαφορετικούς παράγοντες που ανήκουν σε διαφορετικές τάξεις (ή τομείς) και ασκούν μια διαφορική διαμορφωτική ισχύ, η ισορροπία μεταξύ των οποίων μένει να προσδιοριστεί ερευνητικά. Η ενότητα και η ενοποίηση της πολιτισμικής τάξης κατά τον Sahlins συγκροτείται από την σημασία, από μια σχετική διαδικασία συμβολικής παραγωγής, η οποία πρέπει, επομένως, να μελετηθεί σημασιολογικά[2].

Η πολιτισμική θεωρία του Sahlins μαρτυρεί με άμεσο και ρητό τρόπο τις γόνιμες διαμορφωτικές της επιδράσεις. Στη βάση της ανθρωπολογικής του προσέγγισης βρίσκεται η αντίληψη (κατά την κληρονομιά του L. White) πως το σύμβολο, η σημασία αποτελεί «την αρχή και βάση της ανθρώπινης συμπεριφοράς»[3], λειτουργεί επομένως διαμεσολαβητικά μεταξύ του υποκειμένου και των αντικειμενικών φυσικών και κοινωνικών συνθηκών (Boas, Levi-Strauss)[4]. Οι συμβολικές μορφές, ωστόσο, δεν συνιστούν συμπτώματα, άμεση έκφραση σε μετασχηματισμένη μορφή εξωτερικών αντικειμένων, δεδομένων σχέσεων και ιδιοτήτων (λειτουργώντας έτσι ως απλοί αναφορικοί προσδιορισμοί, ως «σημεία»), δηλαδή δεν διαμορφώνονται μηχανιστικά από τις πρακτικές περιστάσεις καθαυτές μέσω μιας διαδικασίας παθητικής αισθητηριακής πρόσληψης ή ενεργητικής ορθολογιστικής σύλληψης και γνώσης (αυτό που ο Sahlins εν γένει ονομάζει «πρακτικό λόγο», δηλαδή τη λογική που επιβάλλει αδιαμεσολάβητη η αντικειμενική περίσταση). Η μεσολάβηση της εννοιακής μορφής ασκεί μια «παραμορφωτική» επίδραση στην υποκειμενική αντίληψη, σκέψη και δράση προς τον κόσμο μέσα στον κόσμο, χάριν στην ιδιαίτερη συστημική της συγκρότηση, η οποία εν προκειμένω μελετάται σε σχέση με τη γλώσσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Η έννοια του “intérêt” στο έργο του Pierre Bourdieu

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Ιουλίου 25, 2008

Η ανάλυση, ο τρόπος στοχασμού και πρακτικής μελέτης[1] που προτείνει ο Pierre Bourdieu έγκειται σε μια ιστοριστική, κοινωνιολογική σύλληψη και σε μια ιστορική, κοινωνική θεμελίωση των κοινωνικών φαινομένων και πρακτικών, στην αποκατάσταση της πρακτικής τους αναγκαιότητας μέσω της αποκατάστασης της θεωρητικής τους αναγκαιότητας και των συνθηκών δυνατότητας και πραγμάτωσής τους. Απορρίπτοντας την θετικιστική οντολογική και επιστημολογική διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου[2], καθώς και τον αποδομιστικό, αυτοαναφορικό σχετικισμό του μεταμοντερνισμού[3], ο Bourdieu συγκροτεί μια κριτική αλλά ρεαλιστική θεώρηση του κοινωνικού που θεμελιώνεται στη -χρονική- διαλεκτική συσχέτιση κοινωνικών και γνωστικών-νοητικών-κινητήριων δομών[4]. Η εμπειρική εθνογραφική έρευνα του Bourdieu σε συνδυασμό με τον αναστοχασμό επί των θεωρητικών της προϋποθέσεων και των πρακτικών της αποτελεσμάτων, έχει παραγάγει την επιστημονική πεποίθηση – και μια αντίληψη περί των ειδικών συνθηκών – της δυνατότητας της καθολικής γνώσης, καθώς και ένα σύνολο εννοιακών εργαλείων και πρακτικών διεργασιών σχεδιασμένων να συλλάβουν σε έναν ενιαίο τρόπο εξήγησης και κατανόησης τα σταθερά και μεταβλητά χαρακτηριστικά κάθε επιμέρους εμπειρικής πραγματικότητας, συγκροτώντας την ως μια «ειδική περίπτωση του δυνατού»[5]. Οι έννοιες (και οι ειδικές εννοιολογήσεις) του πεδίου και του habitus αποτελούν οι ίδιες παράγωγο αλλά και εργαλείο μιας ενοποιητικής και ενοποιημένης θεωρίας της πρακτικής (μιας κοινωνικής πραξεολογίας) που υπερβαίνει τις διχοτομήσεις και διαιρέσεις των διαφορετικών τομέων δράσης, των διαφορετικών πειθαρχιών, τεχνικών ανάλυσης και παρατήρησης. Ταυτόχρονα, συνιστούν και το σημείο συναίρεσης-παράγωγο και εργαλείο του θεωρητικού και μεθοδολογικού συσχετικισμού και της επιστημικής αναστοχαστικότητας[6] (ως ανακλαστικής συσχέτισης) που ορίζουν το επιστημονικό πρόγραμμα του Bourdieu, προσδιορίζοντας σύνολα σχέσεων αλλά και σύνολα συσχετισμών και συσχετίσεων πρακτικών-κοινωνικών-γνωστικών, καθώς και θεωρητικών-κριτικών, ελεγκτικών και επαληθευτικών για τη θεωρητική συγκρότηση και εξαντικειμενίκευση της κοινωνικής πραγματικότητας.

Η σύλληψη του κοινωνικού κόσμου με όρους πεδίου συνίσταται σε μια συσχετιστική σύλληψη που συνεπάγεται μια άμεση ρήξη με μια θετικιστική, «αφελώς ρεαλιστική» εννοιολόγηση και πρακτική μελέτη του[7], που αναγνωρίζει και περιορίζεται – βάσει ενός εμπειρισμού και μεθοδολογικού ατομισμού – στις άμεσα ορατές και παρατηρήσιμες πραγματικότητες: τα άτομα, τις (υποστασιοποιημένες) ομάδες, καθώς και τους διυποκειμενικούς δεσμούς και διαδράσεις μεταξύ τους. Αντίθετα, ο Bourdieu, αφομοιώνοντας κριτικά και αξιοποιώντας τις επιστημικές αρετές του αντικειμενισμού[8], επισημαίνει πως ο κοινωνικός κόσμος συνίσταται από αντικειμενικές σχέσεις που μπορούν να χαρτογραφηθούν ανεξάρτητα από τις αναπαραστάσεις, τις βουλήσεις και τις συνειδήσεις των ατόμων που ζουν σ’ αυτόν[9].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Το φύλο στην θεωρία της πρακτικής και την θεωρία της παραστασιακής επιτέλεσης: Bourdieu και Butler, συνάφειες και αποκλίσεις

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Μαρτίου 23, 2008

1. Εισαγωγή

Η υπέρβαση της «ανθρωπολογίας των γυναικών» και η μετάβαση στην «ανθρωπολογία του φύλου» συναρτάται σε μεγάλο βαθμό με την ανάδυση και καθιέρωση (ή την επιστημονική επικαιρότητα) του θεωρητικού, μεθοδολογικού και επιστημολογικού παραδείγματος του κοινωνικού κονστρουκτιβισμού, που παρείχε στην ανθρωπολογία και τη φεμινιστική θεωρία το εννοιολογικό εργαλείο του κοινωνικού φύλου, την εννοιολόγηση του φύλου ως κοινωνικής κατασκευής. Η ίδια η συγκρότηση και διαμόρφωση του κονστρουκτιβισμού, ωστόσο, δεν αποτελεί ανεξάρτητη από τους ιστορικούς φιλοσοφικούς, ανθρωπολογικούς, κοινωνιολογικούς, και φεμινιστικούς προβληματισμούς διεργασία, αλλά αποτελεί μάλλον μια εν εξελίξει απάντηση σε αυτούς.

Οι αφετηρίες και οι θεωρητικές, αναλυτικές προσλαμβάνουσες του κονστρουκτιβισμού εντοπίζονται σε εκείνα τα θεωρητικά ρεύματα και τις προσεγγίσεις που είχαν σηματοδοτήσει την κοινωνική και ανθρωπολογική επιστήμη τις προηγούμενες δεκαετίες[1]. Μια βασική, αν όχι και συστατική, αλλά κριτικά αφομοιωμένη επίδραση στην διαμόρφωση της κονστρουκτιβιστικής θεώρησης συνιστούν οι συμβολικές, ερμηνευτικές προσεγγίσεις των Geertz και Schneider. Η θεώρηση του πολιτισμού ως συστήματος συμβόλων και σημασιών, με σχετική αυτονομία και αιτιακή, δομική ισχύ επί του κοινωνικού, και η φαινομενολογική έμφαση στην πολιτισμικά προσδιορισμένη και υποκειμενικά βιωμένη εμπειρία[2], θέτει το νόημα και την διαδικασία συμβολικής παραγωγής και κυκλοφορίας του στο επίκεντρο της πολιτισμικής ανάλυσης ως καθολική διάσταση της κοινωνικής ζωής και παράλληλα φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα της υποκειμενικής ταυτότητας, της πολιτισμικής εννοιολόγησης του Εαυτού, ως υποκειμένου της κοινωνικής δράσης και «αγωγού νοήματος»[3]. Ακόμη, η συμβολική προσέγγιση είχε συμβάλει στην λεγόμενη «αναστοχαστική στροφή» στην ανθρωπολογία, που έπληττε τις οικουμενιστικές, εξηγητικές φιλοδοξίες της «ανθρωπολογίας των γυναικών» (και της ανθρωπολογίας γενικότερα), προσδιορίζοντας – με την έμφασή της στον πολιτισμικό σχετικισμό, στην υποκειμενιστική κατασκευή του νοήματος και στην ύπαρξη και χρήση πολιτισμικά διαφορικών κατηγοριών για τη δόμησή του – τις ίδιες τις εννοιακές κατασκευές της ανθρωπολογίας ως πολιτισμικά συγκροτημένες, δηλαδή ανίκανες να συλλάβουν με οικουμενικούς όρους τη βιωμένη εμπειρία των ανθρώπων (ανδρών ή γυναικών) που ζουν και δρουν σε διαφορετικά πολιτισμικά συμφραζόμενα. Ωστόσο, στα ίδια πλαίσια κριτικού αναστοχασμού, η συμβολική ανθρωπολογία δέχθηκε την κατηγορία του ιδεαλισμού και του ανιστορικού και απολιτικού πολιτισμικού ουσιοκρατισμού.

Η κατηγορία αυτή είχε ως προέλευση την μαρξιστική θεωρία και την πολιτική οικονομία που επεσήμανε τον πολιτικό χαρακτήρα και λειτουργία της ανθρωπολογικής γνώσης, των ίδιων των συστημάτων συμβολικών σημασιών, καθώς και των διαδικασιών συγκρότησης και καθιέρωσής τους[4]. Γενικό επιχείρημά των πολιτικών οικονομολόγων ήταν πως ο πολιτισμός διαμορφώνεται κάθε φορά στα πλαίσια σχέσεων άνισης, συνεπώς και ελεγχόμενης, πρόσβασης σε υλικούς και κοινωνικούς πόρους, που προσδιορίζει και μια διαφορική κατανομή της εξουσίας, της ισχύος επιβολής μιας εικόνας του κόσμου ως κυρίαρχης και πρωτεύουσας έναντι εναλλακτικών εκδοχών για την οργάνωση των αντιλήψεων, των πρακτικών και των ίδιων των κοινωνικών σχέσεων. Επομένως, η ετεροποίηση και εξατομίκευση του πολιτισμού και η θεώρησή του ως συνεκτικού, αφομοιωμένου-κοινού, συναινετικού, στατικού και οριοθετημένου κοινωνικά, συντελεί στην απόκρυψη των άνισων σχέσεων στα πλαίσια των οποίων συγκροτήθηκε, της ανταπόκρισής του σε ορισμένα διαφοροποιημένα συμφέροντα συγκεκριμένων πολιτικών και κοινωνικών ομάδων, της μεταβλητότητας, της εσωτερικής ανομοιογένειάς του, καθώς και της λειτουργίας του στην αναπαραγωγή των ασύμμετρων αυτών σχέσεων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | 1 Comment »

Η εφαρμογή της Θεωρίας της Πρακτικής σε τρία ελληνικά Εθνογραφικά παραδείγματα: Νάξος, Κάρπαθος, Ροδόπη

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 28, 2008

1. Εισαγωγή

Αφετηρία και πεδίο ανάπτυξης αυτής της εργασίας αποτελούν τρία παραδείγματα ανθρωπολογικών, εθνογραφικών κειμένων που εστιάζουν σε διαφορετικές κοινωνίες του ελλαδικού χώρου τις οποίες και συλλαμβάνουν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ωστόσο συνέχονται τόσο θεματικά όσο και μεθοδολογικά. Κοινή θεματική αποτελεί η μελέτη της συνάφειας μεταξύ οικονομικής οργάνωσης, κοινωνικής δομής, συμβολικών αναπαραστάσεων και κοινωνικών πρακτικών, με κύρια αναφορά τις συγγενικές σχέσεις και τις λειτουργίες που επιτελούν. Για την αναλυτική προσέγγιση του αντικειμένου τους χρησιμοποιούν τις θεωρητικές κατηγορίες της λεγόμενης πραξιακής θεώρησης, κυριότερος εκπρόσωπος της οποίας θεωρείται ο Pierre Bourdieu.

2.1. Θεωρητικό Πλαίσιο

Η ιδιαίτερα γόνιμη για την ανθρωπολογική θεωρία μελέτη της διαπλοκής κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων, έχει υπάρξει αντικείμενο διαφόρων πειθαρχιών και προσεγγίσεων που μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο γενικές κατηγορίες. Η πρώτη[1], στηριζόμενη σε νομικά, δικαιακά έγγραφα και δημογραφικά δεδομένα και στη βάση μιας θετικιστικής ιστορικής προοπτικής, επικεντρώθηκε στον εντοπισμό και τη μελέτη των τρόπων μεταβίβασης των μέσων παραγωγής (των αγροτικών κλήρων) σε συνάρτηση με τους καταγεγραμμένους στην Ευρώπη τύπους οικογενειακού σχηματισμού. Παράλληλα προσπάθησε να εντάξει τα πορίσματά της σε ένα σχήμα ιστορικής μετάβασης από την μεσαιωνική φεουδαρχική οργάνωση στον βιομηχανικό καπιταλισμό και τη νεωτερική, αυξημένα διαφοροποιημένη κοινωνία. Η δεύτερη κατηγορία προσεγγίσεων, η ανθρωπολογική, αντλώντας από τα εθνογραφικά δεδομένα μη ευρωπαϊκών κοινωνιών στράφηκε στη μελέτη των τρόπων ανταλλαγής αντικειμένων, υπηρεσιών, συμβόλων και προσώπων, ως μέσο και διαδικασία συγκρότησης κοινωνικών ομάδων και σύναψης κοινωνικών (συγγενικών) σχέσεων.

Το ενδιαφέρον των ανθρωπολογικών θεωριών εξ αρχής απασχόλησαν οι όροι της κοινωνικής ανταλλαγής, οι αρχές που διέπουν αυτή τη διαδικασία κοινωνικών διαδράσεων και καθορίζουν τη μορφή, το περιεχόμενο και τα χαρακτηριστικά τους. Συνεπώς, η έρευνα στράφηκε στον εντοπισμό των αρχών, των αιτίων, της πηγής της αναδυόμενης κανονικότητας των ατομικών και συλλογικών δράσεων και της βάσης επικαθορισμού της κοινωνικής συμπεριφοράς. Η λειτουργιστική συγχρονική προσέγγιση του Malinowski επεσήμανε τη διαπλοκή οικονομικών λειτουργιών, θρησκευτικών πεποιθήσεων και τελετουργιών στα συμφραζόμενα των οποίων θα πρέπει να μελετηθεί η ανταλλαγή και εντόπισε τις αρχές της στην ψυχολογική έμφυτη τάση των ανθρώπων να συνάπτουν κοινωνικούς δεσμούς μέσω της αμοιβαίας ανταλλαγής δώρων, αποκλείοντας, έτσι, την ύπαρξη εκμεταλλευτικών σχέσεων. Η αντίληψη της συγκρότησης του κοινωνικού ιστού στη βάση των διαδικασιών ανταλλαγής μεταξύ ατόμων και κοινωνικών ομάδων και της ακόλουθης σημασίας της για την κοινωνική συνοχή απηχείται έντονα στο έργο του Mauss, ο οποίος αναλύοντας τις μορφές ανταλλαγής αναζήτησε ένα θεμελιώδη ηθικό κώδικα συμπεριφοράς, μια βασική ηθική στην οποία να συναιρούνται το αυτοπροαίρετο και η υποχρέωση, η γενναιοδωρία, το συλλογικό και το ατομικό συμφέρον. Η δομιστική θεωρία ανήγαγε τη δομή των ανταλλαγών στις ασύνειδες δομές της σκέψης, ενώ ο δομολειτουργισμός υποκατέστησε τον πολιτισμικό με τον κοινωνικό επικαθορισμό του περιεχομένου και των γνωρισμάτων των διαφόρων τύπων κοινωνικών σχέσεων στη βάση μιας αντιστοιχίας κοινωνικής δομής και οργάνωσης, συνάγοντας από αυτή τους γενικούς κανόνες συμπεριφοράς. Η βιολογική αναγωγή των κανόνων συμπεριφοράς που διέπουν τη συγγένεια στην πρωταρχική σχέση μητέρας-παιδιού, στην οποία θεμελιώνεται η καθολικότητα και η απόλυτη δεσμευτικότητά τους, όρισε ένα σύστημα αντιθετικών διπόλων, οικιακού/δημοσίου χώρου, φύσης/πολιτισμού, γυναίκας/άνδρα, ηθικών αξιών/συμφέροντος, συγγενικών σχέσεων/σχέσεων ανταλλαγής. Η σύνδεση της συγγένειας με τη φύση, τον οικιακό χώρο, τους ηθικούς κανόνες και την παραίτηση από το ατομικό συμφέρον, συνέβαλε στην παραγνώριση μερικών καίριων όψεων των συγγενικών και οικιακών σχέσεων, όπως των εντάσεων μεταξύ ατόμου και οικογένειας, της διαπραγμάτευσης των πρακτικών υποχρεώσεων των συγγενικών δεσμών, και των ατομικών και οικογενειακών στρατηγικών διαχείρισης των διαθέσιμων υλικών και συμβολικών πόρων[2]. Οι πολιτισμικές και ερμηνευτικές προσεγγίσεις, αντίθετα, μετέθεσαν το πεδίο της ανθρωπολογικής ανάλυσης από τις εμπειρικά παρατηρήσιμες συμπεριφορές και δράσεις στα συμβολικά πρότυπα στη βάση των οποίων αυτές οργανώνονται και σημασιοδοτούνται, στην υποκειμενική κατασκευή της πραγματικότητας. Ως θεμέλιο και πηγή της δράσης θεωρείται, δηλαδή, ένα δημόσιο, κοινωνικά καθιερωμένο και συνεκτικό σύστημα σημασιών ως πλαίσιο κοινών ερμηνειών[3].

Οι ανωτέρω προσεγγίσεις, ωστόσο, δέχθηκαν ισχυρή κριτική από την δεκαετία του 1970 κι έπειτα από τις θεωρίες του φεμινισμού και της πολιτικής οικονομίας. Γενικό επιχείρημά των πολιτικών οικονομολόγων ήταν πως ο πολιτισμός διαμορφώνεται κάθε φορά στα πλαίσια σχέσεων άνισης, συνεπώς και ελεγχόμενης, πρόσβασης σε υλικούς και κοινωνικούς πόρους, που προσδιορίζει και μια διαφορική κατανομή της εξουσίας, της ισχύος επιβολής μιας εικόνας του κόσμου ως κυρίαρχης και πρωτεύουσας έναντι εναλλακτικών εκδοχών, για την οργάνωση των αντιλήψεων, των πρακτικών και των ίδιων των κοινωνικών σχέσεων[4]. Επομένως, η ετεροποίηση και εξατομίκευση του πολιτισμού και η θεώρησή του ως συνεκτικού, αφομοιωμένου-κοινού, συναινετικού, στατικού και οριοθετημένου κοινωνικά, συντελεί στην απόκρυψη των άνισων σχέσεων στα πλαίσια των οποίων συγκροτήθηκε, της ανταπόκρισής του σε ορισμένα διαφοροποιημένα συμφέροντα συγκεκριμένων πολιτικών και κοινωνικών ομάδων, της μεταβλητότητας, της εσωτερικής ανομοιογένειάς του, καθώς και της λειτουργίας του στην αναπαραγωγή των ασύμμετρων αυτών σχέσεων. Αφετέρου, στα πλαίσια τόσο ενός θετικού όσο και ενός αρνητικού διαλόγου των φεμινιστριών θεωρητικών με την μαρξιστική προσέγγιση, επισημάνθηκε η κεντρικότητα του φύλου ως διάσταση της υποκειμενικής ταυτότητας αλλά και ως κατηγορία οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων, της πολιτικής και οικονομικής ζωής καθώς και του συστήματος αναπαραστάσεων. Όπως και στην περίπτωση της ιδεολογικής ηγεμονίας, η απόκρυψη της έμφυλης διάστασης των αντιλήψεων, των πρακτικών, των συμβολικών αναπαραστάσεων και των θεσμών που δημιουργούν, αποτελεί συνθήκη της διατήρησης και αναπαραγωγής τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Οι έννοιες της Τάξης, της Εμπειρίας και του Πολιτισμού στην Ιστοριογραφία και η συγκρότηση της εργατικής τάξης στη Γαλλία

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 25, 2008

1. Εισαγωγή

Ο ταξικός σχηματισμός, δηλαδή η διαδικασία, οι συνθήκες-προϋποθέσεις, οι διαμορφωτικοί παράγοντες και οι μορφές της συγκρότησης των κοινωνικών τάξεων, ως ιδιαίτερης μορφής κοινωνικών ομαδοποιήσεων, αποτελεί ένα από τα κυριότερα θέματα και ανοιχτά προβλήματα της ιστοριογραφίας, της κοινωνικής θεωρίας και της πολιτικής και οικονομικής επιστήμης της νεώτερης εποχής. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός πως το φαινόμενο της ανάδυσης κοινωνικών τάξεων, συνεπώς και η εξήγηση και ερμηνεία του, εμπλέκει και αφορά καίριας σημασίας ιστορικά γεγονότα και διεργασίες, μεγάλης και μικρής ταυτόχρονα κλίμακας, για τη διαμόρφωση της νεώτερης και της σύγχρονης εποχής, όπως η Βιομηχανική Επανάσταση, η διάσπαση των παλαιών μοναρχιών, η Γαλλική Επανάσταση, η δημιουργία του Έθνους-Κράτους. Σημαντικό παράγοντα για τη διατήρηση στο προσκήνιο της ιστοριογραφικής και θεωρητικής συζήτησης του θέματος του ταξικού σχηματισμού συνιστά επίσης το γεγονός πως ένας ταξικός λόγος ή ένας λόγος για τη τάξη συνεχίζει σήμερα να πληροφορεί τον πολιτικό διάλογο, την συνδικαλιστική οργάνωση, τη κοινωνική διάδραση, την σκέψη και τις πρακτικές πολλών ανθρώπων τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις αναπτυσσόμενες ή υπανάπτυκτες χώρες στα πλαίσια ενός οικονομικά, πολιτικά, επικοινωνιακά και πολιτισμικά παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος. Ακόμη, ιδιαίτερα σημαντική συμβολή στη δυναμική της συζήτησης για τη τάξη, πέραν του ιστορικού-θεωρητικού ενδιαφέροντος, της σημασίας και των επιπτώσεων του λόγου για την τάξη στις σύγχρονες διεργασίες και εξελίξεις, έχουν προσδώσει οι θεωρητικές και επιστημολογικές ανακατατάξεις στο εσωτερικό των ιστορικών, πολιτικών-οικονομικών, κοινωνιολογικών και ανθρωπολογικών πειθαρχιών, οι οποίες έχουν προκύψει στα πλαίσια των ερευνών τους σε παρελθοντικό και συγχρονικό επίπεδο σε συνάφεια με τα δεδομένα που θέτουν οι δύο προηγούμενες κατευθύνσεις στη συζήτηση αυτή, αλλά και στα πλαίσια ενός διευρυνόμενου διαλόγου, θετικού και αρνητικού μεταξύ αυτών των πειθαρχιών. Στην Ιστορία η κοινωνιολογική προσέγγιση υποχώρησε σταδιακά καθώς η έρευνα κινήθηκε προς τις νέες κατευθύνσεις της πολιτικής και του πολιτισμού, στην Κοινωνιολογία σημειώθηκε μια μετατόπιση από στατικές-λειτουργιστικές σε ιστορικές και πολιτισμικές προσεγγίσεις, ομοίως και στην Πολιτική Οικονομία, ενώ στην Ανθρωπολογία αναδείχθηκαν οι διαστάσεις της ιστορικότητας της κοινωνίας και του πολιτισμού και των πολιτικών, συμβολικών σχέσεων ισχύος[1]. Καθοριστική σε όλο το εύρος των κοινωνικών επιστημών ήταν η κριτική επίδραση της φεμινιστικής θεωρίας και της μεταδομιστικής προσέγγισης που ανασύνταξαν τις καθιερωμένες επιστημολογικές αντιλήψεις (ή επικλήσεις) περί αντικειμενικότητας και ενιαίου ανθρώπινου υποκειμένου.

Η επιστημονική αναζήτηση για γενικές προτάσεις, νομοτέλειες και επιδραστικούς παράγοντες έχει αναδείξει τρία κεντρικά πεδία εντάσεων που διατρέχουν το πεδίο της θεωρίας των κοινωνικών επιστημών: συνέχεια / αλλαγή, περιορισμός / αυτονομία, υλισμός / ιδεαλισμός. Βασικό πρόβλημα έχει αποτελέσει η εξήγηση της ταυτόχρονης αλλαγής και συνέχειας της ανθρώπινης κοινωνίας, της ανθεκτικότητας των δομών στα πλαίσια της ρευστής καθημερινής πρακτικής, δραστηριότητας και αλληλεπίδρασης, ο εντοπισμός των δυνάμεων αδράνειας και μετασχηματισμού των κοινωνικών και πολιτισμικών μορφών. Αυτή η συζήτηση εκφέρεται με όρους ντετερμινισμού / αυτονομίας, δομής / δράσης, ορθολογικότητας / πολιτισμού και συνδέεται στενά με το ζήτημα των σχέσεων εξουσίας που δομούν και επενεργούν εντός της κοινωνικής διαδικασίας καθορίζοντας τόσο την διατήρηση όσο και τον μετασχηματισμό των κοινωνικών δομών. Τέλος, έρχεται στο προσκήνιο η διαμάχη μεταξύ των υλιστικών και ιδεαλιστικών φιλοσοφικών παραδόσεων ως προς το ποιόν της υποκείμενης δύναμης που ορίζει τη γένεση, την αναπαραγωγή, την αλλαγή, τη μορφή και τα γνωρίσματα της κοινωνίας και του πολιτισμού: είναι οι γνωστικές μορφές της νόησης, η ανθρώπινη επιθυμία και βούληση ή η υλική πραγματικότητα, οι οικονομικές σχέσεις που ορίζουν τη παραγωγή, προμήθεια και κατανάλωση υλικών, κοινωνικών αγαθών;

Οι όροι της τάξης, της εμπειρίας και του πολιτισμού συμπυκνώνουν τους άνωθεν προβληματισμούς και οι τρόποι εννοιολόγησης και συσχέτισής τους αντανακλούν την πορεία από την Κοινωνική στη Νέα Κοινωνική Ιστορία και στη Πολιτισμική Ιστορία και προσδιορίζουν τις ερωτήσεις και τις αντίστοιχες απαντήσεις που κάθε προσέγγιση έθεσε και έδωσε στο πρόβλημα του ταξικού σχηματισμού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

C.H.Kahn – Plato and the Socratic Dialogue

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 24, 2008

C.H.Kahn, Plato and the Socratic Dialogue: the philosophical use of a literary form, Cambridge University Press, Cambridge 1999.

kahn-plato-and-the-socratic-dialogue.jpg

Για τον φιλοσοφικά πεπαιδευμένο το περιεχόμενο και η ανάλυση του βιβλίου καθαυτά δεν παρέχουν ιδιαίτερες δυσκολίες, για τους ερευνητές της αρχαίας φιλοσοφίας και εν προκειμένω του Πλάτωνα, ωστόσο, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς πραγματεύεται λεπτομερώς ζητήματα που έχουν αναδειχθεί από τη σύγχρονη μελέτη του Πλάτωνα στην, αγγλοσαξονική κυρίως, φιλοσοφική γραμματεία των τελευταίων 50-60 χρόνων, που χαρακτηρίζεται από τη γόνιμη συνεργασία και προσέγγιση κλασικών φιλολόγων και φιλοσόφων…

…το βιβλίο είναι πυκνογραμμένο και συγκροτεί μια ιδιαίτερα πολύπλοκη και συνεκτική εσωτερική δομή στην εξηγητική και ερμηνευτική προσέγγιση της μορφής και του περιεχομένου των πλατωνικών διαλόγων…της διαπλοκής της φιλοσοφικής θεματικής και της μεθόδου, και της διαλεκτικής ανάπτυξης και διασύνδεσής τους τόσο σε επιμέρους όσο και καθολικό, διαλογικό επίπεδο…αυτού του είδους η ανάλυση θέτει ως κριτήριο κατανόησης την πολύ καλή γνώση του ίδιου του αρχαίου κειμένου από μεριάς του αναγνώστη…
…η πραγμάτευση στοιχειοθετεί την λεγόμενη “προληπτική” έκθεση των πλατωνικών φιλοσοφικών σκέψεων και θέσεων…η προτεινόμενη ερμηνευτική γραμμή αυτο-περιορίζεται στους πρώϊμους και μέσους διαλόγους…

…τόσο η προσέγγιση αυτή όσο και η ανάλυση έχει κριθεί “αμφισβητήσιμη” από μια ικανή μερίδα μελετητών της αρχαίας φιλοσοφίας, κυρίως γιατί ο συγγραφέας τείνει να θέτει σε δεύτερη μοίρα κάποιες ιστορικές μαρτυρίες περί της πλατωνικής φιλοσοφίας, όπως αυτές απαντούν στον Αριστοτέλη κυρίως και σε σύγχρονους ή λίγο μεταγενέστερους στοχαστές και φιλοσόφους (αποφεύγει, έτσι όμως, κι έναν ανυποψίαστο αναγωγισμό ή αναχρονισμό, καθώς προβληματοποιεί τις θέσεις των μεταγενέστερων, χωρίς να αναγνωρίζει κάποια αυτονόητη ορθή απόδοση των πλατωνικών θέσεων), αλλά και επειδή σε επιμέρους σημεία φαίνεται πρόθυμος να διατηρήσει ένα συμπέρασμα αν και ρητά αναγνωρίζει ότι υφίστανται αρκετά κειμενικά στοιχεία που παρέχουν δυσκολίες ή συνθέτουν αντιθέσεις προς το τελικό του συμπέρασμα ή τις συλλογιστικές ή αναλυτικές προκείμενές του, και κατά τη γνώμη του γράφοντος, ακόμη κι όταν στους ίδιους διαλόγους μπορούν να βρεθούν υποστηρικτικά της άποψής του δεδομένα, τα οποία φαίνεται ο συγγραφέας να μην αναγνωρίζει ως τέτοια ή να τα αγνοεί…

Ο Kahn είναι μεταξύ αυτών που υποστηρίζουν αλλά και αποδεικνύουν με τα έργα τους ότι οι διαθέσιμες κριτικές προσεγγίσεις του πλατωνικού έργου δεν έχουν εξαντλήσει τις δυνατές ερμηνείες και υπάρχουν πολλά στοιχεία που δεν έχουν φιλοσοφικά – ερμηνευτικά αξιολογηθεί και αξιοποιηθεί προς την ανάδειξη της πλούσιας και πολυεπίπεδης πλατωνικής φιλοσοφίας.

Όσοι σχημάτισαν από τα παραπάνω την εντύπωση ότι το έργο πάσχει ως προς την μεθοδική και συνεπή πραγμάτευση ή την αξιοπιστία του, η ανάγνωσή του θα την διασκεδάσει απολύτως, καθώς πρόκειται για μια μελέτη με εξαιρετική ερμηνευτική μεθοδική δύναμη, που όχι μόνο επιτυγχάνει να αναδείξει άγνωστες ή υποτιμημένες πτυχές του πλατωνικού έργου και να τις εξετάσει επισταμένα, αλλά και να τις συγκεράσει σε μια ιδιαίτερα ευφυή και δομικά πολύπλοκη ερμηνεία, όσο και να παράσχει νέες φιλοσοφικά πληρέστερες λύσεις σε αναγνωρισμένα από τους μελετητές ζητήματα της πλατωνικής φιλοσοφίας…

Προσωπικά αν και εντόπισα αρκετά σημεία διαφωνίας με τον συγγραφέα κυρίως στην πραγμάτευση επιμέρους διαλόγων, το έργο αυτό αποτελεί ένα από τα καλύτερα μεμονωμένα φιλοσοφικά βιβλία για τον Πλάτωνα που έχουν πέσει στα χέρια μου…

…Εξαιρετικό ανάγνωσμα, κυρίως για αναγνώστες εξοικειωμένους με τη πλατωνική φιλοσοφία, δηλαδή με τους πλατωνικούς διαλόγους.

Posted in Βιβλία | Με ετικέτα: , , , , , | Leave a Comment »

Δομολειτουργισμός και Radcliffe-Brown: Θεωρία και εφαρμογή

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 23, 2008

1. Εισαγωγή – Θεωρητικό Πλαίσιο

Η επιστήμη της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας μπορεί μερικώς να ενταχθεί σε μια παράδοση του φαινομεναλισμού, τη φιλοσοφική θεώρηση που προσπάθησε να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον ιδεαλισμό, εισάγοντας την έννοια του «φαινομένου», αυτό που τα υποκείμενα αντιλαμβάνονται όπως το αντιλαμβάνονται διαμέσου των γνωστικών δυνατοτήτων τους[1], ως αντικείμενο της επιστημονικής γνώσης, σε συνδυασμό με την άποψη ότι τα πράγματα ή οι καταστάσεις τις οποίες γνωρίζουν ως φαινόμενα υπάρχουν πραγματικά, ανεξάρτητα από τα γιγνώσκοντα υποκείμενα. Συνεπώς η Κοινωνική Ανθρωπολογία είναι μια επιστήμη εμπειρική, που θέτει ως πηγή της γνώσης την εμπειρία και την εμπειρική πραγματικότητα και οι προτάσεις της οποίας πρέπει να είναι σαφώς προσδιορισμένες ως προς την αναφορά τους στην πραγματικότητα αυτή. Εξίσου, όμως, είναι μια επιστήμη θεωρητική στο βαθμό που συγκροτεί ένα σύστημα αναλυτικών εννοιών και προτάσεων για τη λογική ανάλυση του εμπειρικού υλικού, στη βάση των οποίων συστήνεται το θεωρητικό οικοδόμημα των διασυνδεδεμένων γενικών προτάσεων.

Πεδίο εφαρμογής της θεωρίας κατά τον Radcliffe-Brown, είναι η διαδικασία της κοινωνικής ζωής, που βρίσκει έκφραση στην «αχανή πολλαπλότητα δράσεων και διαδράσεων μεταξύ ατόμων ή μεταξύ ομάδων, ατόμων σε συνεργασία»[2]. Αποτελεί αξιωματική θέση του δομολειτουργισμού πως το κοινωνικό γίγνεσθαι διέπεται από τάξη, η οποία μπορεί να περιγραφεί και να αναλυθεί. Αναζητούνται, επομένως, κανονικότητες στη ρευστή φαινομενική πραγματικότητα, που θα επιτρέψουν να «χαρτογραφηθεί» η κοινωνική ζωή. Εργαλείο στο έργο αυτό της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, που κατά την αντίληψη του Radcliffe-Brown αποτελεί κλάδο της Συγκριτικής, Θεωρητικής Κοινωνιολογίας, αποτελεί μια τυπολογική μέθοδος που στηρίζεται στη παρατήρηση, περιγραφή-ανάλυση, σύγκριση και ταξινόμηση των κοινωνικών φαινομένων, και στόχος της οποίας είναι η διατύπωση γενικών προτάσεων.

Ήδη από το πρώτο στάδιο της παρατήρησης επενεργεί μια διαδικασία αφαίρεσης, κατά την οποία απομονώνονται τα συσχετικά χαρακτηριστικά από το σύνολο των συμπεριφορών και δράσεων μεταξύ των ατόμων. Αυτή αφαίρεση συνιστά ταυτόχρονα κι έναν προσδιορισμό αυτών των «αμοιβαίων τρόπων δράσης»[3] ως σχέσεων. Κάθε σχέση, δηλωτική πρωτίστως μιας διασύνδεσης μεταξύ ατόμων, αποτελεί η ίδια μια κανονικότητα, ένα δομικό στοιχείο ή μια στοιχειακή δομική μονάδα της πραγματικότητας που διευθετεί, διατάσσει τα άτομα εντός της κοινωνικής ζωής και σε αναφορά προς την οποία είναι δυνατόν να οριστούν άλλα επιμέρους στοιχεία της πραγματικότητας αυτής. Ωστόσο, προκειμένου μια τέτοια σχέση να αποτελέσει ένα σταθερό σημείο αναφοράς, θα πρέπει να διαφοροποιηθεί από τις τυχαίες συζεύξεις ατόμων. Συνεπώς, μέρος της παρατήρησης και περιγραφής αποτελεί κι η αναζήτηση και καταγραφή των επαναλαμβανόμενων συμπεριφορών, ακολουθιών πράξεων μεταξύ ανθρώπων σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, που συνθέτουν την συγκυρία εμφάνισής τους[4] ∙ οι σχέσεις, λοιπόν, θα πρέπει να επιδεικνύουν ένα σταθερό[5] και συνεπή χαρακτήρα[6].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | Leave a Comment »

Πολιτική Ισότητα και Οικονομική Ανισότητα στην Κλασική Αθήνα

Posted by Γιώργος Καψωμένος στο Φεβρουαρίου 23, 2008

Η ιδέα της ισότητας, όπως είχε μορφοποιηθεί στη κοσμολογία των Ιώνων φιλοσόφων σε σχέση με την έννοια της τάξης και του κόσμου, καθώς και στα μαθηματικά ως μια ιδιαίτερη σχέση ισοδυναμίας, συνεπάγεται μια αναφορικότητα, μια σχέση των ίσων μερών ως προς κάτι, αλλά και την ένταξή τους εντός του αυτού συνόλου βάσει μιας κοινής ιδιότητας. Όπως στο συμμετρικό σύμπαν του Αναξίμανδρου οι πλανήτες κατέχουν ισοδύναμη θέση ως προς την ίση απόστασή τους από το κέντρο που είναι η γη και βάσει της κοινής τους ιδιότητας ως πλανητών, έτσι και στο σύμπαν της κλασικής αθηναϊκής δημοκρατίας οι πολίτες που μετέχουν στο πολιτειακό αυτό σύνολο είναι ίσοι μεταξύ τους βάσει της κοινής τους αυτής ιδιότητας και ως προς το αναφορικό αντικείμενο που εγκαθιδρύει την σχέση ισοδυναμίας τους που είναι οι νόμοι, οι θεσμοί της πόλης και τα δικαστικά και πολιτικά όργανά της.

Θα ήταν ωστόσο λανθασμένη μια προσέγγιση του κοινωνικού και πολιτειακού μορφώματος της κλασικής Αθήνας με εφαλτήριο τις σταθερές εννοιακές κατηγοριοποιήσεις της φιλοσοφίας, των μαθηματικών ή της γεωμετρίας. Για να καταστεί δυνατή η προσέγγιση και η ερμηνεία της λειτουργίας της αρχαίας πόλης θα πρέπει να ειδωθεί στο πλαίσιο που ορίζουν τα ιστορικά συμφραζόμενα και οι εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στο παρόν της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Η Αθήνα είναι μια ιδιαίτερα σύνθετη και εσωτερικά διαφοροποιημένη κοινωνία ∙ η δομή της παρέχει εξαρχής μια σειρά διαμεσολαβήσεων στα κρίσιμα ζητήματα της ισονομίας, και της πολιτικής ισότητας. Το αθηναϊκό κοινωνικό σύστημα αποτελείται από τρία μεγάλα και σαφώς διακριτά μεταξύ τους σώματα: τους πολίτες, τους μετοίκους (και τους απελεύθερους) και τους δούλους. Η ποσοτική αναλογία των τάξεων αυτών είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική για τον τρόπο οργάνωσης της αθηναϊκής κοινωνίας. Σύμφωνα με τις απογραφές, το σώμα των πολιτών αριθμούσε 21-40.000 μέλη, των μετοίκων 10.000, ενώ εκείνο των δούλων 60-100.000 μέλη στη χρονική περίοδο της κλασικής αθηναϊκής δημοκρατίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άρθρα | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , | Leave a Comment »

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.